ΟΙ ΕΠΟΧΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ

Η Κατερίνη των προσφύγων

Χάρτης της Νοτιοανατολικής Ευρώπης το 1878 (https://ieg-ego.eu/en/threads/europe-on-the-road/forced-ethnic-migration/berna-pekesen-expulsion-and-emigration-of-the-muslims-from-the-balkans)

1908: Μουσουλμάνοι πρόσφυγες στην Κατερίνη.   Από τις αρχές του 20ου αιώνα η Κατερίνη αποτελεί τόπο υποδοχής προσφύγων. Η αρχή γίνεται με τους μουσουλμάνους πρόσφυγες από τη Βοσνία που εγκαθίστανται στην πόλη. Το ξέσπασμα της λεγόμενης “Βοσνιακής Κρίσης” το 1908 με αφορμή την προσάρτηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης  από την Αυστροουγγαρία προκαλεί το πρώτο προσφυγικό κύμα προς την Κατερίνη. Σύμφωνα με τον Γιάννη Καζταρίδη τότε εγκαθίστανται μουσουλμάνοι πρόσφυγες στις συνοικίες Βατάν και Κιρχανά (σήμερα Χηράδικα) (Καζταρίδης 2011, 86).

 

 

 

 

 

Οικία Αποστόλου Γεωργίου Σπύρου 5.7.1927. (Συλλογή Α. Μισιτσάκη)

1913: Οι πρώτοι  πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη. Μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων η Κατερίνη δέχεται το πρώτο προσφυγικό κύμα από την Ανατολική Θράκη. Τον Οκτώβριο του 1913 “πολλές οικογένειες Ελλήνων της περιοχής των Σαράντα Εκκλησιών” αποφασίζουν να μετακινηθούν στην Ελλάδα υποκύπτοντας στις βίαιες πιέσεις που τους ασκούνται από τους Τουρκικούς πληθυσμούς, μεταξύ των οποίων και των μουσουλμάνων προσφύγων από την Μακεδονία. Οι θρακιώτες πρόσφυγες προέρχονται από τα χωριά Σκόπελος, Βαβά Εσκί, Εσινή, Αλεπλή, Σιναπλή, Σχολάρι, Αράπ Χατζή, Ιτζέκιοι, Κεσάνη και φτάνουν στην Κατερίνη μέσω Κωνσταντινούπολης και Θεσσαλονίκης. Από τους περίπου 5.000 πρόσφυγες που φθάνουν στην περιοχή της Πιερίας, οι 3.000 εγκαθίστανται στην Κατερίνη. Οι 850 από αυτούς διαμένουν σε οικίες του συνοικισμού Βατάν και Κιρχανά (Χηράδικα) σε σπίτια που οι Τούρκοι είχαν εγκαταστήσει πρόσφυγες από την Βοσνία. Οι υπόλοιποι 2.150 τοποθετούνται “προσωρινά σε στρατώνες και σε διάφορα άλλα καταλύματα” (Κουκουσάς 2001, 68).  Εκτός της πόλης  εγκαθίστανται στο Κίτρος, την Πάλιανη (Σφενδάμη) την οποία μετονομάζουν σε Νέα Σκόπελο, στο Λιμπάνοβο (Αιγίνιο), στο Μακρύγιαλο, στον Καταχά, στο Παλιό και Νέο Ελευθεροχώρι και στο Λότζανο (Παλιάμπελα). Οι πρόσφυγες από το πρώτο κύμα με προέλευση την Ανατολική Θράκη επιστρέφουν προσωρινά στις εστίες τους στις αρχές του 1920 ακολουθώντας την προέλαση του ελληνικού στρατού (Καζταρίδης 2011, 86-87).

1922-1925: Οι πρόσφυγες της Ανταλλαγής. Από τους πρώτους πρόσφυγες αυτής της περιόδου που φθάνουν στην Κατερίνη είναι οι Πόντιοι Καρσλήδες  από το Ματζικέρτ και το Τοροσκόφ. Αυτοί έχουν εγκαταλείψει τις εστίες τους ήδη από το 1919 με προορισμό την Τυφλίδα και το Βατούμ. Στη διετία 1920-21 έρχονται στην Ελλάδα μέσω της πύλης του λοιμοκαθαρτηρίου στο Καρά Μπουρνού της Καλαμαριάς. Αργότερα διασκορπίζονται στο Κιλκίς, στις Σέρρες, στην Κοζάνη, στην Ολυμπιάδα Ελασσόνας και αλλού. Στις αρχές του 1922 μια ομάδα από τους Καρσλήδες της Ολυμπιάδας Ελασσόνας επιλέγουν να μετεγκατασταθούν στην Κατερίνη. Με τη σύσταση της Ε.Α.Π (Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων) το 1923 αποκαθίστανται σε πρώην μουσουλμανικές οικίες και οικόπεδα της συνοικίας (Καζταρίδης 2011, 96-98). Η “μικρασιατική καταστροφή” και η συνθήκη των Μουδανιών οδηγούν χιλιάδες πρόσφυγες στην Ελλάδα. Ανάμεσα σε αυτούς είναι και οι Θρακιώτες που γνωρίζουν την πόλη από την προηγούμενη εγκατάστασή τους σε αυτήν. Οι τόποι προέλευσης είναι περίπου  οι ίδιοι. Βαβά Εσκί, Αλιπλή, Σκόπελος, Μήδεια, Μεσσήνη, Ραιδεστός, Σιμιτλή, Σχολάρι, Περίσταση, Αράπ Χατζή, Ιντζέκιοι, Ευδήμιο, Λουλέ Βουργάζ και Βιζύη Ανδριανούπολης, Αρτάκη Πανόρμου (Καζταρίδης 2011, 86-87).

Το ζεύγος Στυλιανού Κατμερτζή με καταγωγή από τα Κούλα Μ. Ασίας. (Συλλογή Συλλόγου Μικρασιατών Πιερίας)

Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες που καταφεύγουν στην Κατερίνη προέρχονται από διάφορες περιοχές. Από τα Κούλα, το Σαλιχλή, το Αξάριο, το Παπαζλή Φιλαδέλφειας, τον Κασαμπά Μαγνησίας, το Άκ  Σάζ Δαρδανελλίων, το Τέπετζικ, το Αδά Παζάρ Νικομήδειας, το Ντεμιρτάς Προύσας, το Βαλή Κεσέρ Κυδωνιών, το Κρικαγάτας Σμύρνης, την Κίο κ.ά. Μετά το 1923 η Ε.Α.Π τους αποκαθιστά σε πρώην μουσουλμανικές οικίες της περιοχής Συντριβανίου (Κουλαλήδικα), στην περιοχή νότια και ανατολικά του Δημοτικού Κήπου και στα Αστικά (Καζταρίδης 2011, 102). Η άλλη μεγάλη προσφυγική ομάδα φθάνει στην Κατερίνη προερχόμενη από τα βόρεια παράλια του Εύξεινου Πόντου.

Οι Πόντιοι πρόσφυγες της Κατερίνης προέρχονται κυρίως από την περιοχή της Ορντού (Κοτύωρα), της Φάτσας και της Κερασούντας. Εγκαθίστανται στη συνοικία των Ευαγγελικών (τότε Τσερκέζ Μαχαλά), στα Αστικά και στο συνοικισμό Χηρών (Καζταρίδης 2011, 113).

1929-1930: Πρόσφυγες εκ Ρωσίας. “Τα μέτρα κολλεκτιβοποίησης” που εφαρμόζονται στην πρώην Σοβιετική Ένωση την περίοδο αυτή, σύμφωνα με τον Γιάννη Καζταρίδη, ωθούν ένα “νέο κύμα” προσφύγων σε αναζήτηση νέων τόπων εγκατάστασης στην Ελλάδα.  Αν και “η ελληνική κυβέρνηση προσπάθησε να αποτρέψει” τη μετανάστευσή τους, “περίπου 220.000 χιλιάδες” πρόσφυγες “κινήθηκαν για μετοικεσία στην Ελλάδα”.  Μια ομάδα 200-250 οικογενειών από τους “εκ Ρωσίας” πρόσφυγες εγκαθίσταται στην Κατερίνη. “Πένητες, ξεσπιτωμένοι, κυνηγημένοι, επαίτες κυκλοφορούν στους δρόμους και στις γειτονιές της Κατερίνης. Οι αρχές της πόλης και της πολιτείας αδυνατούν να τους περιθάλψουν”. Οι τόποι προέλευσή τους είναι η Κριμαία και ο Καύκασος και “πολλοί από το χωριό Νόβι Κάκρα του Νοβοροσίσκ”(Καζταρίδης 2011, 134-135).

Οικογένεια Νίκου Μωυσιάδη 1947. (Συλλογή Π.Σ.Κ Π. Σουμελά)

1937-1939: Νέοι εκ Ρωσίας πρόσφυγες. “Οι Ρουσιαλήδες”. Ένα νέο προσφυγικό κύμα από την πρώην Σοβιετική Ένωση μεταβάλει ξανά την κοινωνική και πληθυσμιακή σύνθεση της πόλης. Πρόκειται “για την πολυπληθέστερη προσφυγική ομάδα που εγκαταστάθηκε στον τόπο μας”, όπως υπογραμμίζει ο Γιάννης Καζταρίδης. “Περίπου 2.000 οικογένειες Ποντίων προσφύγων” προερχόμενες από την ευρύτερη περιοχή του Σοχούμ συρρέουν στην Κατερίνη και στην Πιερία. Εγκαθίστανται στις παρυφές της πόλης πυκνώνοντας υπάρχουσες συνοικίσεις όπως αυτές των Αστών και των Χηρών ή  συγκροτώντας νέους συνοικισμούς όπως αυτούς του Σιδηροδρομικού Σταθμού, της Νέας Ζωής και του Μυλαυλάκου (Καζταρίδης 2011, 139-144).

1941-1944: Πρόσφυγες της Βουλγαρικής κατοχής. “Πρόκειται για την ομάδα των Δραμινών”, οι οποίοι στη διάρκεια της Βουλγαρικής κατοχής της Ανατολικής Μακεδονίας (1941-1944) καθίστανται εκ νέου πρόσφυγες καταφεύγοντας στην Κατερίνη και στην Πιερία (Καζταρίδης 2011, 151) .

Ο συνοικισμός Καταφυγιωτών τη δεκαετία του ’50. (Αρχείο Σ. Τσιλιγγιρίδη)

1943-1946: Καταφυγιώτες πρόσφυγες. Μετά την ολοσχερή καταστροφή του χωριού Καταφύγι Πιερίων Κοζάνης με πυρπόληση από τους Γερμανούς κατακτητές στις 18 και 23 Δεκεμβρίου 1943 οι κάτοικοι “αναγκάζονται να πάρουν το δρόμο της προφυγιάς”. Οι Γερμανοί τους κατευθύνουν και τους διαμοιράζουν σε διάφορα ποντιακά προσφυγοχώρια της Κοζάνης (Βαθύλακος, Τετράλοφος, Άγιος Δημήτριος κ.ά). Αργότερα συστήνεται η Ένωση Πυροπαθών Καταφυγίου με σκοπό την αναζήτηση λύσης στο πρόβλημα της εγκατάστασης και αποκατάστασης των κατοίκων του κατεστραμμένου χωριού. Μεταξύ των προτάσεων που τίθενται προς συζήτηση προκρίνεται αυτή της Πιερίας στην οποία από τον Οκτώβριο του 1945 είχαν ήδη εγκατασταθεί  388 οικογένειες Καταφυγιωτών ως φιλοξενούμενοι, στην Κατερίνη και σε άλλα χωριά, σε συγγενείς και φίλους ή ως ενοικιαστές. Από έγγραφο του Σωματείου Καταφυγιωτών “Τα Πιέρια” της 9.8.1945 μαθαίνουμε οτι ζητούν την αποκατάστασή τους σε ιδιαίτερο συνοικισμό με παραχώρηση οικοπέδων, προσωρινών στεγάστρων και μικρού κλήρου στην περιοχή της Κατερίνης. Απόπειρες επαναπατρισμού αρκετών οικογενειών το 1946 και αργότερα δεν ευδοκιμούν, κι έτσι μετά το 1947 επιτυγχάνεται η παραχώρηση από την πολιτεία έκτασης στο χώρο του πρώην αλβανικού Τεκέ και δυτικότερα προς τον Πέλεκα. Στο χώρο αυτό που διεκδικούνταν επίσης και από άλλες ομάδες πολεμοπαθών και ακτημόνων (Μοσχοποταμίτες, Κοκκικνοπλίτες, Βλάχοι), μέχρι τα τέλη του 1948 κατασκευάζονται  40 μικρές διώροφες κατοικίες και άλλες 300 ώς τα τέλη του 1949 (Καζταρίδης 2011, 167-175).

1943-1944: Μοσχοποταμίτες πρόσφυγες. Οι κάτοικοι του Μοσχοποτάμου ζούν και αυτοί το δράμα της πυρπόλησης των σπιτιών τους όχι μία αλλά τρείς φορές. Η αρχή γίνεται από του Γερμανούς οι οποίοι στα μέσα Δεκεμβρίου 1943 καίνε τα σπίτια κάποιων “που είχαν γίνει αντάρτες”.  Λίγες μέρες αργότερα στις 27 Δεκεμβρίου 1943 οι αντάρτες καίνε “τα σπίτια εκείνων που αρνήθηκαν να πάρουν τα όπλα και να συνταχθούν μαζί τους” και στις 5 Μαρτίου 1944 ολοκληρώνουν το έργο της καταστροφής του χωριού. Οι ξεσπιτωμένοι, άλλοι βρίσκουν καταφύγιο στις ξυλόπλεκτες καλύβες που είχαν για τις αγροτικές τους ασχολίες στη Λαγόραχη, στο Τόξο, στο Δέκα και αλλού  (Βαρμάζης 2024, 61-70), ενώ άλλοι κατεβαίνουν πρόσφυγες στην Κατερίνη. “Τρείς χειμώνες θα περάσουν οι κάτοικοι της κοινότητας στην Κατερίνη. Πολλοί θα εγκατασταθούν εδώ, ενώ οι περισσότεροι θα αναγκασθούν να δουλέψουν στα καπνοχώραφα του κάμπου ειδικά τα παιδιά και οι γυναίκες”. Από αυτούς που επιλέγουν να επιστρέψουν στα αργοτόσπιτά τους θα ξεπηδήσουν τα τέσσερα χωριά που προέρχονται από τους πυρόπληκτους κατοίκους της παλιάς Δρυάνιστας (Μάνου 2002, 236-237).

Ομάδα κατοίκων του συνοικισμού σε εργασία για την υδροδότηση του Μυλαυλάκου. Αρχείο οικογ. Χ. Μωυσίδη. (Συλλογή Π.Σ.Κ. Π.Σουμελά)

1957 και 1965: Νεότεροι εκ Ρωσίας πρόσφυγες. Μετά το θάνατο του Στάλιν το 1953 και την νέα πιο φιλελεύθερη εποχή Χρουτσώφ μια ομάδα 100 περίπου οικογενειών από το Καζαχστάν εκμεταλλευόμενη τη συγκυρία εγκαθίσταται το 1957 προσωρινά στην Κατερίνη. Καθώς όμως η αποκατάστασή τους κρίνεται “δυσχερής” προωθούνται στη Νέα Βίγλα Άρτας. Στην πόλη μας παραμένει μια μικρή ομάδα 12 οικογενειών (Καζταρίδης 2011, 144-145). “Κατά τη διάρκεια και μετά το 1965” ένας πληθυσμός  30.000 Ελλήνων “εκτοπισμένων και επιζήσαντων των στρατοπέδων συγκέντρωσης” της πρώην Σοβιετικής Ένωσης καταφεύγουν στην Ελλάδα. “Ένα μεγάλο μέρος” από αυτούς εγκαθίσταται “σε πρόχειρες φτωχικές κατοικίες στις παρυφές της πόλης όπου η γη ήταν φτηνή” όπως στο Σιδηροδρομικό Σταθμό όπου δημιουργούν και το συνοικιαμό “Αποστόλου Παύλου” (Ρωσοπροσφυγικά), στην Περίσταση, στη Νέα Ζωή, στο Μυλαύλακο, στον Παράδεισο, στον Καπνικό Σταθμό, στην Παναγία Σουμελά, στα Χηράδικα, στο Δημοτικό Στάδιο, στο Σβορώνο και στον Κορινό (Καζταρίδης 2011, 145-148).

1987-1996: Νεοπρόσφυγες από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Το τελευταίο αυτό προσφυγικό κύμα αρχίζει να εκδηλώνεται στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων της “Περεστρόικα” και συνεχίζει δυναμικά μέχρι το 1996 (κορυφώνεται μεταξύ 1990 και 1993) δίνοντας διέξοδο στους ελληνοπόντιους που δέχονται τις συνέπειες του μετασχηματισμού της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και των εθνοτικών συγκρούσεων που δημιουργούνται κατά τη διαδικασία συγκρότησης των μετασοβιετικών  εθνικών κρατών. Οι τόποι προέλευσης των νεοπροσφύγων είναι οι χώρες της Υπερκαυκασίας (Αρμενία, Γεωργία, Αζερμπαιτζάν), της Ρωσίας, της Ουκρανίας (Κριμαία) και της Κεντρικής Ασίας (Καζαχστάν και Ουζμπεκιστάν). Αν και το ελληνικό κράτος τους υποδέχεται πιο οργανωμένα σε σχέση με τις παλαιότερες αφίξεις (δάνεια, μοριοδοτήσεις για πρόσληψη στο δημόσιο) εντούτοις δεν παύουν αρκετοί να αντιμετωπίζουν ακόμη προβλήματα ομαλής ενσωμάτωσης στην ελληνική κοινωνία (ανεπαρκή γνώση της νεοελληνικής για τους μεγαλύτερους, δυσκολία αντιστοίχισης ορισμένων πτυχίων, μεταφορά ασφαλιστικών δικαιωμάτων, στεγαστικό) (Καζταρίδης 2011, 149-150).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βαρμάζης Δ. Νίκος (2024), Δύσκολα χρόνια στην Πιερία. Τοπική ιστορία και βιώματα από τις δεκαετίες του 1940 και 1950 στον Μοσχοπόταμο και στην Κατερίνη, εκδόσεις “Γράφημα”, Κατερίνη.

Καζταρίδης Ιωάννης (2011), Κατερίνη. Ο Τόπος – Οι Άνθρωποι, εκδόσεις «μάτι», Κατερίνη.

Κουκουσάς Βασίλειος (2001),  “Πληροφορίες για την πόλη της Κατερίνης μέσα από το Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας”, στο Αρχιμ. Ιγνάτιος Δ. Σωτηριάδης (επιμ.) (2001), Δήμος Κατερίνης – 70 χρόνια (1929-1999). Ιστορία – Κοινωνία – Πολιτισμός. Πρακτικά Α΄ Συνεδρίου για την Κατερίνη, 25-27 Νοεμβρίου 1999, έκδοση Δήμου Κατερίνης, Κατερίνη.

Μάνου Χρυσούλα (2002), “Ο αγροτικός κόσμος της Βορείου Ελλάδος μεταξύ παράδοσης και μοντέρνου. Διαδικασίες αλλαγών στην κοινότητα Μοσχοποτάμου Πιερίας αρχή έως μέσα του 20ου αιώνα”, στο Γραίκος Νίκος (επιμ.) (2002), Η Πιερία στα Βυζαντινά και Νεότερα χρόνια. 2ο Επιστημονικό Συνέδριο. Πρακτικά, εκδόσεις “Τέρτιος”, Κατερίνη.

Επιμέλεια άρθρου: Γ.Χ.Ποικιλίδης