ΟΙ ΕΠΟΧΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ

Δεκαετία του ’40 – Από τη Βάρκιζα στον Εμφύλιο

Η φωτογραφία της δημοσίευσης που συνοδεύει το άρθρο με τίτλο “Και η χθεσινή ημέρα εβάφη με αίμα”  και υπότιτλο “Οι μοναρχικοί Βενίται επετέθησαν απρόκλητοι κατά των εορταστών” προέρχεται από την εφημερίδα “Μακεδονία” της 31ης Οκτωβρίου 1945.  Η απόφαση των αρχών να επιτρέψουν στις οργανώσεις που πρόσκεινταν στο ΕΑΜ να γιορτάσουν την επέτειο της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης στις 30 Οκτωβρίου 1945, σε αντίθεση με τους επίσημους εορτασμούς για το «ΟΧΙ» που πλαισιώθηκαν μόνο από τις «εθνικόφρονες» οργανώσεις, θα προκαλέσει την αντίδραση των τελευταίων η οποία θα εκφραστεί με τη μορφή βίαιων και αιματηρών επιθέσεων εναντίον των αριστερών διαδηλωτών. Το γεγονός είναι χαρακτηριστικό της περιόδου που προηγήθηκε της “επίσημης” έναρξης του Εμφυλίου.

1945   Μετά τα Δεκεμβριανά. Η πολιτική κατάσταση της χώρας πήρε άλλη τροπή μετά τα Δεκεμβριανά, δηλαδή τις πολύνεκρες συγκρούσεις που πραγματοποιήθηκαν από τις 3 Δεκεμβρίου 1944 μέχρι τις 5 Ιανουαρίου 1945 στην Αθήνα ανάμεσα στις δυνάμεις του ΕΛΑΣ και τις κυβερνητικές δυνάμεις (χωροφυλακή, αστυνομία) που υποστηρίζονταν από τους Άγγλους, τις πιστές στο βασιλιά μονάδες της Ορεινής Ταξιαρχίας, τα επανεξοπλισμένα Τάγματα Ασφαλείας και τις άλλες ομάδες που είχαν συνεργαστεί με τους Γερμανούς. Οι συγκρούσεις έληξαν με την ήττα των δυνάμεων του ΕΛΑΣ προκαλώντας κύμα διώξεων. Υποστηρίζεται ότι η επιλογή της σύγκρουσης αποτέλεσε ολέθριο πολιτικό λάθος της ηγεσίας του Κ.Κ.Ε το οποίο ηγούνταν του μετώπου γύρω από το ΕΑΜ. (Κωστής 2023, 690-697). Τελικά, «η Συμφωνία της Βάρκιζας στις 12 Φεβρουαρίου 1945 μεταξύ των εκπροσώπων του ΕΑΜ και της κυβέρνησης Πλαστήρα (η οποία είχε αντικαταστήσει την κυβέρνηση Παπανδρέου μετά την παραίτησή της στις 30 Δεκεμβρίου 1944) έκλεισε μια περίοδο εμφύλιων συγκρούσεων που είχαν ξεκινήσει μέσα στην Κατοχή και τελείωσαν μετά την Απελευθέρωση, με τη μάχη της Αθήνας»  (Βόγλης 2021, 102). «Με την ήττα των ανταρτών που αποτυπώθηκε στη Συμφωνία της Βάρκιζας το 1945, κρίθηκε η βασική συνθήκη του κράτους, δηλαδή το ποιος θα έχει τα όπλα και ποιός όχι» (Λιάκος 2024, 292).

“Τελευταία συνάντηση στελεχών του 50ου Συντάγματος στην Κατερίνη λίγο πριν γίνει η παράδοση του οπλισμού”. Πηγή: Κρήτος Γεώργιος ή Θαλής (1987), Εθνική Αντίσταση. Δράση του 50ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ.

1945 Η Συμφωνία της Βάρκιζας. Στις αρχές Φεβρουαρίου (1945) άρχισαν στη Βάρκιζα διαπραγματεύσεις μεταξύ της κυβέρνησης Πλαστήρα και του ΕΑΜ, οι οποίες κατέληξαν στην ομώνυμη συμφωνία (12.2.1945). Με βάση αυτήν έπρεπε να αποστρατευτούν αμέσως όλες οι ένοπλες ομάδες του ΕΑΜ, να παραδοθούν στην κυβέρνηση όλες οι περιοχές που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο του ΕΛΑΣ, να αρθεί ο στρατιωτικός νόμος και να αποκατασταθούν οι συνταγματικές ελευθερίες σε όλη τη χώρα, να ανασυγκροτηθεί ο εθνικός στρατός με καθολική στρατολογία, ενώ παράλληλα παρεχόταν αμνηστία για τα «πολιτικά εγκλήματα». Προβλεπόταν επίσης η διενέργεια δημοψηφίσματος για το πολιτειακό και εκλογών για τη σύγκληση Συντακτικής Συνέλευσης, καθώς επίσης και εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού από όσους είχαν συνεργαστεί με τις κατοχικές δυνάμεις» (Κωστής 2023, 698). «Η συμφωνία είχε υπογραφεί στη σκιά της ήττας του ΕΑΜ και ο τρόπος με τον οποίον εφαρμόστηκε αποτύπωσε τον νέο συσχετισμό δυνάμεων που είχε διαμορφωθεί. Τους μήνες που ακολούθησαν, όλοι οι πρωταγωνιστές θα επικαλούνταν τη Συμφωνία, γνωρίζοντας ότι ήταν ένα νεκρό γράμμα» (Βόγλης 2021, 102-103).  Τμήματα του 50ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ Πιερίων βρίσκονταν στη Θεσσαλονίκη από την ημέρα της απελευθέρωσης και παρακολουθούσαν αδρανείς τα γεγονότα των Δεκεμβριανών. «Κι ύστερα από την επάρατη συμφωνία της Βάρκιζας έφυγαν θλιμμένοι από τη Σαλονίκη για την Κατερίνη, όπου θα γινόταν η παράδοση του οπλισμού. Την παραμονή της αναχώρησης ο στρατιωτικός διοικητής του Συντάγματος Νικόλαος Παπαδάκης εξαφανίστηκε. Ύστερα από μήνες έκανε ξανά την εμφάνισή του, στην περιοχή Λαγκαδά, σαν Διοικητή τώρα ενός τάγματος εθνοφυλακής» (Κρήτος Γεώργιος ή Θαλής 1987, 421-422). Για τον Σάββα Κανταρτζή «η τραγελαφική συμφωνία της Βάρκιζας αντί να κλείσει τις πληγές του Δεκεμβρίου, άνοιξε μεγαλύτερες… Η συμφωνία προστάτευε από ποινική δίωξη την ηγεσία του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, αλλά παράδινε στη εκδικητική μανία των παθόντων και των αντιφρονούντων τους οπαδούς και τους μαχητές του – δίκαιους και άδικους. Και το χειρότερο, αποκάλυψε και διεύρυνε το αγεφύρωτο χάσμα, χάσμα αίματος και πολιτικοιεδολογικών αντιθέσεων, που δημιούργησε στον ελληνικό λαό η Κατοχή με τις τραγικές συνέπειές της» (Κανταρτζής 1983, 1475).

“Φωτογραφία ανταρτών του ΕΛΑΣ από Κολινδρό και Αιγίνιο Λαϊκό Νοσοκομείο Κατερίνης στις 13.2.1945”. Πηγή: Συλλογή Νίκου Σαλπιστή.

1945 Μετά τη Βάρκιζα. «Θα ακολουθήσουν μαζικοί διωγμοί εναντίον δεκάδων χιλιάδων μελών του ΕΑΜ. Στην ύπαιθρο ένοπλα παρακρατικά σώματα καταδιώκουν τα μέλη της εαμικής αριστεράς σε μια προσπάθεια να εξαφανίσουν την πολιτική παρουσία της, με την κεντρική κυβέρνηση να είναι εξαιρετικά αδύναμη ή χωρίς τη θέληση να επέμβει». […] Πολλοί οπαδοί του ΕΑΜ που καταδιώκονταν θα βρεθούν απομονωμένοι στα βουνά και προοδευτικά θα συγκροτήσουν ένοπλες ομάδες προσπαθώντας να επιβιώσουν από τους διωγμούς των αντιπάλων τους. Στο πλαίσιο αυτό, οι συνεργάτες των Γερμανών θα βρουν την ευκαιρία να καταδιώξουν τους μέχρι πρότινος διώκτες τους, σε κλίμα ιδιαιτέρως ευνοϊκό για αυτούς. Οι κυβερνήσεις διαδέχονται η μία την άλλη, χωρίς να είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα, η τουλάχιστον να εξασφαλίσουν τη στοιχειώδη δημόσια διοίκηση. […] Τελικά, η αναδιοργάνωση των κρατικών μηχανισμών δεν σήμαινε παρά την εκκαθάρισή τους από τα μέλη του ΕΑΜ και ειδικά στην περίπτωση της χωροφυλακής, της αστυνομίας και του στρατού, της στελέχωσής τους από πρόσωπα που ανήκαν στη δεξιά, πολλά από τα οποία είχαν συνεργαστεί με τις κατοχικές κυβερνήσεις. Στην πραγματικότητα το κράτος που ανασυγκροτούνταν αμέσως μετά τον Β’  Παγκόσμιο Πόλεμο αποκτούσε από πολύ νωρίς τα χαρακτηριστικά ενός κράτους αντικομμουνιστικού τύπου…»   (Κωστής 2023, 699, 700, 702). «Από τις πρώτες κι όλας μέρες άρχισε κύμα δικαστικού και πολιτικού διωγμού. Ήταν ένα άγριο κύμα από αιματηρές αντεκδικήσεις και αυτοδικίες μέχρι τρομοκρατικές επιδρομές και οργανωμένες δολοφονίες εναντίον των αριστερών και υπόπτων για αριστερισμό, εναντίον ατόμων και οργανώσεων, που με τον καιρό κλιμακώθηκαν για ν’ αποκορυφωθούν σ’ ανοιχτό κι’ εξοντωτικό εμφύλιο πόλεμο» (Κανταρτζής 1983, 1478).

1945 Οι Βρετανοί στην Ελλάδα. «Από τον Οκτώβριο του 1944 έως τον Φεβρουάριο του 1947, την καθοδήγηση της ελληνικής κυβέρνησης την είχαν οι Βρετανοί. Ο Βρετανός πρεσβευτής είχε οδηγίες να δρα ως ύπατος αρμοστής. […] Στην Αθήνα υπήρχε η Βρετανική Οικονομική Αποστολή, η Βρετανική Στρατιωτική Αποστολή και η Βρετανική Αποστολή για την Αστυνομία και τις Φυλακές καθώς επίσης Βρετανοί σύμβουλοι σε όλα τα βασικά υπουργεία. Έως τις εκλογές του 1946, τους Έλληνες πρωθυπουργούς τους διόριζαν οι Βρετανοί. Επιπλέον, είχαν αποφασιστικό ρόλο για τον σχηματισμό κυβερνήσεων, και μετά τις εκλογές επενέβαιναν ακόμη και στις λεπτομέρειες. […] Από ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού ο βρετανικός στρατός αντιμετωπιζόταν ευνοϊκά ως εγγυητής της τάξης αλλά προπαντός ως μηχανισμός διανομής της ξένης επισιτιστικής βοήθειας. Η UNRRA (United Nations Relief and Rehabilitation Administration – Οργανισμός Περίθαλψης και Αποκατάστασης των Ηνωμένων Εθνών) ήταν ο πρώτος διεθνής οργανισμός ανθρωπιστικής βοήθειας που δημιουργήθηκε υπό την αιγίδα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ)…η βοήθεια ήταν μεγάλο δέλεαρ για έναν πληθυσμό που λιμοκτονούσε και μετατράπηκε σε σπουδαίο πολιτικό εργαλείο και αποφασιστικό μοχλό των εξελίξεων… Η ευθύνη της εισαγωγής και της διανομής είχε ανατεθεί στην Βρετανική Στρατιωτική Διοίκηση. Η βοήθεια διανεμόταν επιλεκτικά στον πληθυσμό για να περιορίσει την επιρροή της Αριστεράς. Πρόσβαση είχαν οι φίλιες περιοχές ή οικογένειες, ενώ αποκλείονταν οι εχθρικές. Το δίλημμα προς τον πληθυσμό ήταν σαφές και αμείλικτο: κυριαρχία της Αριστεράς ή επισιτιστική βοήθεια;» (Λιάκος 2024, 294-295).

1945 Εθνοφυλακή και ένοπλες συμμορίες. «Η εθνοφυλακή είχε αποφασιστεί να συγκροτηθεί, με τη συμφωνία και του ΚΚΕ, τον Νοέμβριο του 1944. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών στελεχώθηκε από άνδρες της χωροφυλακής που στην Κατοχή είχαν συνεργαστεί με τους κατακτητές, από άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας, από μέλη ένοπλων φιλομοναρχικών οργανώσεων όπως η  Οργάνωση Χ, και από αντι-εαμικές οργανώσεις όπως ο ΕΔΕΣ… Σκοπός της εθνοφυλακής ήταν η εφαρμογή της Συμφωνίας της Βάρκιζας. Έχοντας ως συνήθη δικαιολογία την έρευνα για όπλα που δεν παραδόθηκαν μετά τη συμφωνία αφοπλισμού, άρχισαν τα πογκρόμ εναντίον της Αριστεράς, με δημόσιους ξυλοδαρμούς αντιπάλων έως θανάτου, με δολοφονίες, βιασμούς γυναικών μπροστά στις οικογένειές τους και κάθε είδους εξευτελισμούς. Στις μικρές πόλεις διέλυαν τις νόμιμες συγκεντρώσεις της Αριστεράς, κατέστρεφαν τα γραφεία των κομματικών οργανώσεων και τα τυπογραφεία των αριστερών εφημερίδων… Η τρομοκρατία εξωθούσε πολλούς πρώην αντάρτες στα βουνά και στην παρανομία για να αποφύγουν τις διώξεις». Εναντίον τους «κινητοποιήθηκε και επανεξοπλίστηκε πάλι αυτός ο κόσμος των άτακτων ένοπλων ομάδων που είδαμε σε όλες τις πολεμικές αναμετρήσεις ως ενδημικό χαρακτηριστικό της ελληνικής υπαίθρου, για να συνδράμει το κράτος στην καταδίωξη των ανταρτών. Αποκεφάλιζαν τους αντάρτες όταν τους έπιαναν, ή έκοβαν τα κεφάλια των νεκρών ανταρτών και τα περιέφεραν με νταούλια στα χωριά για να μαζέψουν χρήματα από τους έντρομους χωρικούς»  (Λιάκος 2024, 298-300).

Η κατάσταση στην Κατερίνη και την περιφέρειά της. «Οι φυλακές γεμίζουν ξανά τώρα από τους κομμουνιστές. Στρατός και χωροφυλακή συλλαμβάνουν όποιον ασχημονεί και δεν συμμορφώνεται στη νέα κατάσταση. Η Κατερίνη ανάστατη. Βρίσκομαι στα γραφεία της ΕΠΟΝ χωρίς να δίνω σημασία τι γίνεται γύρω μου. Σπάζουν γραφεία του ΚΚΕ – ΕΑΜ, της ΕΠΟΝ. Πανζουρλισμός. Επαναλαμβάνεται αυτό που έγινε όταν ανέλαβε το ΕΑΜ που ήρθε από το βουνό… Τώρα όλοι αυτοί που ήταν στη φυλακή επί Εαμοκρατίας είναι ελεύθεροι. Άρχισαν να κάνουν γνωριμίες με την αστυνομία και ιδίως με τον στρατό….» (Δαρίβας χ,χ, 258).

“Παρέλαση μαθητών του Γυμνασίου Κατερίνης στις 23.2.1945 στο πλαίσιο των εορτασμών για την ίδρυση της ΕΠΟΝ”. Πηγή: Νίκος Σαλπιστής (2003), Κατερίνη 1941-1945. Μέρες Κατοχής, Αντίστασης, Δημιουργίας…

«Μετά την απελευθέρωση άρχισε άγριο κυνηγητό από τους χαφιέδες. Είμουνα ο στόχος τους. Εκείνη την περίοδο η οργάνωση της Κατερίνης με χρησιμοποιούσε σαν σύνδεσμο Κατερίνης – Θεσσαλονίκης. Δυο τρείς φορές την εβδομάδα έκανα αυτή τη διαδρομή, πότε για να ειδοποιήσω ορισμένα στελέχη να ανέβουν στο βουνό, πότε για να τους πως ότι πρέπει να αλλάξουν στέκι, γιατί υπάρχουν υπόνοιες ότι κάποιος τους παρακολουθεί.  Πάντα υπήρχε άνθρωπος της ασφάλειας στο πρακτορείο, έπρεπε να δώσεις τα στοιχεία σου για να πάρεις εισιτήριο. Κάθε φορά που πήγαινα μας σταματούσαν στα μισά του δρόμου για έλεγχο» (Ταμία – Τζεφρώνη 2000, 32-33).  Σύμφωνα με τον Θανάση Ανάγνου «Το μοναρχοφαστιστικό τάγμα της εθνοφυλακής που εγκαταστάθηκε στην Κατερίνη έκαψε με κυνισμό και σαδισμό το μνημείο των πεσόντων αγωνιστών της Αντίστασης που είχε στηθεί στην πλατεία της πόλης. Τις επόμενες ημέρες απολύουν τους δοσίλογους εγκληματίες συνεργάτες των Γερμανών που τους είχε συλλάβει και παραδώσει ο ΕΛΑΣ. Τους οπλίζουν και τους οργανώνουν σε τρομοκρατικές ομάδες. Σπάζουν τα γραφεία του ΕΑΜ, ΕΠΟΝ, ΚΚΕ, Εργατικού Κέντρου, τις λέσχες νεολαίας… Αδίστακτη τρομοκρατία επικρατεί και σ‘ όλη την ύπαιθρο, ομαδικές συλλήψεις γεμίζουν όλα τα κρατητήρια της εθνοφυλακής και της χωροφυλακής, όπου βασανίζονται οι αγωνιστές… Δεν χαρίστηκαν ούτε στον Γιασημακόπουλο Λεωνίδα που ήταν μελλοθάνατος στο χιτλερικό στρατόπεδο του «Π.Μελά» Θεσσαλονίκης… Οι συλλήψεις, οι φυλακίσεις και τα βασανιστήρια των αγωνιστών, ανάγκασαν πολλούς αγωνιστές να περάσουν στην παρανομία και να οργανώσουν την αυτοάμυνά τους» (Ανάγνου 1998, 15-17). Για τον καπετάνιο του ΕΛΑΣ Κρήτο ή Θαλή, «τα Γερμανοντυμένα ως χτες παλικάρια μπορούν σήμερα να φθάσουν άφοβα κι ανεμπόδιστα ως τα βουνοχώρια, που ως χτες τα τρέμανε. Αγγλοντυμένοι σήμερα έχουν εντολή και καθήκον να καθαρίσουν όλα τα χωριά από την πανούκλα του κομμουνισμού» (Κρήτος Γεώργιος ή Θαλής 1987, 433).

Για την άλλη πλευρά η συγκρότηση ένοπλης παρακρατικής συμμορίας δικαιολογείται ως μέσο αυτοάμυνας. Σύμφωνα με τον Αντώνη Ζαρκανέλα συγγραφέα του «αντικομμουνιστικού» πονήματος, Η κόκκινη βία τη δεκαετία του ’40 στην Πιερία, ο Κωνσταντίνος Γαλής, αδελφός του Ηλία Γαλή του μεταξικού προέδρου του χωριού Κοκκινοπηλός, που «χάθηκε» αφού πρώτα «στοχοποιήθηκε» από τους διωκτικούς μηχανισμούς του ΕΑΜ, θύμα απαγωγής του ΕΛΑΣ και ο ίδιος κατά τη διάρκεια της Κατοχής, «αποφάσισε να πάρει τα μέτρα του. Μαζί με άλλους, σαν κι αυτόν, ταλαιπωρημένους και χαροκαμένους, συγκρότησε ένοπλο απόσπασμα και σε μια περίοδο που ουσιαστικά δεν υπήρχε κράτος, πήραν τον νόμο στα χέρια για να προφυλάξουν τις οικογένειές τους, το βιό τους, τα χωριά τους από ένοπλες κομμουνιστικές ομάδες που λυμαίνονταν την ύπαιθρο της περίοδο εκείνη… από τη Βάρκιζα και μέχρι τις εθνικές εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946…» (Ζαρκανέλας 2022, 133-135).

Η εφημερίδα “Ανεξαρτησία” της Επαρχιακής Επιτροπής Κατερίνης της 15ης Μαρτίου 1945. Πηγή: Κρήτος Γεώργιος ή Θαλής (1987), Εθνική Αντίσταση. Δράση του 50ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ.

1945 Ανασυγκρότηση μέσω αποκλεισμών. Την περίοδο αυτή ανασυγκροτούνται τόσο το κράτος όσο και η δεξιά παράταξη που προπολεμικά εκφραζόταν από το Λαϊκό Κόμμα. «Η διαδικασία της αναδημιουργίας και της επιβολής του κράτους» αξιοποίησε ένα «νομοθετικό και διοικητικό πλέγμα αποκλεισμών» το οποίο ποινικοποίησε την πολιτική ζωή και δεν κατάφερε να επιφέρει δικαιοσύνη και νομιμότητα. «Μέσα από την τρομοκρατία παγιώθηκε ένα δίκτυο εξουσίας, το οποίο λειτουργούσε ανάμεσα στη νομιμότητα και στην αυθαιρεσία… Τα στρατοδικεία καταδίκαζαν αθρόα σε θάνατο πρώην Ελασίτες, άνδρες και γυναίκες, πολλοί εκτελούνταν με ανυπόστατες ή αστήρικτες κατηγορίες. Συγκροτήθηκαν επιτροπές που αποφάσιζαν εκτοπίσεις πολιτών χωρίς να υπάρχουν κατηγορίες, μόνο για τα φρονήματά τους. Τα περιφερειακά γραφεία και οι εφημερίδες του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, εκτός Αθήνας, καταστράφηκαν». Σημαντικό ρόλο στην «απονομιμοποίηση της αντιστασιακής και εθνικής δράσης του ΕΑΜ στη δημόσια σφαίρα και στη συνείδηση των πολιτών» έπαιξε ο «ιδεολογικός πόλεμος» που εξαπολύθηκε βασιζόμενος στη «νέα γλώσσα» της συγκεκριμένης ιστορικής συγκυρίας. Στον «πόλεμο» αυτό πρωταγωνιστές ήταν «οι μεγάλες και παλιές εφημερίδες, το ραδιόφωνο, η Εκκλησία, οι πανεπιστημιακοί καθηγητές και ο κόσμος των μορφωμένων των μικρών πόλεων που είχαν επιλέξει το συντηρητικό στρατόπεδο. Οι ομοεθνείς αντίπαλοι ονομάστηκαν «σλαβοκομμουνιστές», Εαμοσλάβοι»,  «ξενοκίνητοι συμμορίτες». Η αντίθετη πλευρά προσπάθησε επίσης να απονομιμοποιήσει τους αντιπάλους της, αποκαλώντας τους «μοναρχοφασίστες». Ωστόσο, δεν μπορούσε να επιδείξει τον ανάλογο δυναμισμό γιατί της έλειπαν τα μέσα που διέθετε ο κρατικός μηχανισμός, αλλά και γιατί πολλοί από τους διανοούμενους που είχαν συστρατευθεί στο ΕΑΜ επί Κατοχής αποστασιοποιήθηκαν και ιδιώτευσαν μετά τα Δεκεμβριανά. Η πορεία ανασυγκρότησης του κράτους οδήγησε στον Εμφύλιο Πόλεμο μέσα από την κλιμάκωση δράσεων και αντιδράσεων» (Λιάκος 2024, 298- 302). Από την άλλη «οι βασιλόφρονες αποτέλεσαν την αιχμή του δόρατος για την ανασυγκρότηση της Δεξιάς μετά την Απελευθέρωση». Πέρα από τον Τύπο και τις «μαχητικές φιλομοναρχικές οργανώσεις» η δεξιά κινητοποίηση, που αποκτούσε χαρακτηριστικά κινήματος της άκρας Δεξιάς, συμπεριελάμβανε και «ένα κομμάτι της νεολαίας» με οργανώσεις όπως η «Βασιλική Εθνική Νεολαία (ΒΕΝ), η Ένωσις Βασιλοφρόνων Εθνικιστών Νέων (ΕΒΕΝ) και η Πανελλήνια Αντικομμουνιστική Οργάνωσις Νέων». Αυτή η ανασυγκρότηση έγινε σε δύο άξονες, τον αντικομμουνισμό και τον εθνικισμό. Η προστασία της χώρας και του καθεστώτος από τον «ξενοκίνητο κομμουνισμό» συνδυαζόταν με την καλλιέργεια του παραδοσιακού, επεκτατικού εθνικισμού, ο οποίος στη συγκεκριμένη συγκυρία «διεκδικούσε» εδάφη από την Αλβανία και τη Βουλγαρία» (Βόγλης 2021, 106).

1945 Οικονομική κατάσταση. «Η πολιτική ομαλότητα υπονομευόταν και από την οικονομική κρίση, πιο συγκεκριμένα από την αδυναμία των υπηρεσιακών κυβερνήσεων να επεξεργαστούν κάποια βιώσιμη, μακροπρόθεσμη οικονομική πολιτική. Το πρόβλημα ήταν κυρίως δημοσιονομικό και οφειλόταν στο συνδυασμό των μειωμένων φορολογικών εσόδων με τη νομισματική αστάθεια. Ήδη από τα χρόνια της Κατοχής ο χρυσός είχε αντικαταστήσει τη δραχμή ως μέσο συναλλαγής και αποθησαύρισης. Η πολιτική αστάθεια και η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τη δραχμή είχαν συνέπεια την απόκρυψη των αγαθών, η οποία οδήγησε στην αύξηση των τιμών και την εκτίναξη του πληθωρισμού… Η κυβέρνηση δεν ήθελε να προχωρήσει ούτε στη φορολόγηση του πλούτου που είχε σωρευθεί στην Κατοχή, για να μη χάσει την υποστήριξη των (παλαιών και νέων) οικονομικών ελίτ, ούτε στη δημοσιονομική εξυγίανση, η  οποία θα προκαλούσε τη διαμαρτυρία των υπαλλήλων. Έτσι, εξαρτούσε την επιβίωσή της από την ξένη βοήθεια (τη βοήθεια της UNRRA και το δανεισμό από τη Μεγάλη Βρετανία)» (Βόγλης 2021, 103).  «Το πρώτο οικονομικό σχέδιο που εφαρμόστηκε το 1945 ονομάστηκε «Πείραμα Βαρβαρέσου» και ήταν μια πολιτική κρατικού ελέγχου σε όλους τους τομείς οικονομίας. Εφάρμοσε πολιτική σταθεροποίησης τιμών και μισθών, μειώνοντας τις τιμές και ανεβάζοντας τους μισθούς. Πρότεινε τη μείωση των δημοσίων υπαλλήλων, με την απόλυση όποιων είχαν προσληφθεί επί Κατοχής, και απαγόρευσε κάθε συναλλαγή σε χρυσό… Η πολιτική του ήταν μείγμα οικονομικού προστατευτισμού και κεϋνσιανισμού…» και σε αυτήν αντέδρασαν έμποροι, εισαγωγείς και δημόσιοι υπάλληλοι. Τελικά ο Βαρβαρέσος «αναγκάστηκε σε παραίτηση μέσα στον ίδιο χρόνο, η πολιτική του καταργήθηκε και η χώρα επανέκαμψε στο χάος» (Λιάκος 2024, 296).  Στην περίπτωση της Κατερίνης μαθαίνουμε, από τα πρακτικά της Δημοτικής Επιτροπής, για το πρόβλημα της παράλληλης χρήσης πολλών νομισμάτων «χρυσά εικοσάφραγκα, δραχμές σε ελληνικά χαρτονομίσματα πετρέλαιο» από την πληροφορία για μετάβαση μέλους της Επιτροπής στη Θεσσαλονίκη στις 22.1.1945, προκειμένου να προμηθευτεί πετρέλαιο για τις ανάγκες του «εργοστασίου ηλεκτροφωτισμού». Μάλιστα «στις 1.2.1945, μετά από αίτημα δημοτών αποφασίζεται η μερική επαναφορά του χρήματος, ως μέσου πληρωμής του προσωπικού εράνου. Η αξία του καθορίζεται, λόγω  πληθωρισμού, στη μέση εβδομαδιαία τιμή του σιταριού» (Σαλπιστής 2003, 112-113).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ανάγνου Γ. Θανάσης (1998), Στα Κάστρα του Αγώνα με τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας. Το ημερολόγιο ενός αγωνιστή, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα.

Βαρμάζης Νίκος (2024), Δύσκολα χρόνια στην Πιερία. Τοπική ιστορία και βιώματα από τις δεκαετίες του 1940 και του 1950 στον Μοσχοπόταμο και στην Κατερίνη, εκδόσεις Γράφημα, Θεσσαλονίκη.

Βόγλης Πολυμέρης (2021), Η αδύνατη επανάσταση. Η κοινωνική δυναμική του εμφυλίου πολέμου, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα.

Δαρίβας Πασχάλης (χ.χ), Εικόνες Ζωής. Από το προσωπικό ημερολόγιο του Πασχάλη Δαρίβα, Μαρτυρίες, χωρίς τόπο έκδοσης.

Ζαρκανέλας Ι. Αντώνης (2022), Η κόκκινη βία τη δεκαετία του ’40 στην Πιερία, εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη.

Κανταρτζής Σάββας (1983), Απομνημονεύματα. Νίκη χωρίς Ρομφαία. Η Δαμασκός του 20ου αιώνα, τόμος Θ΄, εκδόσεις Ελληνικού Κινήματος Πνευματικής Αναγεννήσεως, Κατερίνη.

Κρήτος Γεώργιος ή Θαλής (1987), Εθνική Αντίσταση. Δράση του 50ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, προσωπική έκδοση, Θεσσαλονίκη.

Κωστής Κώστας (2018), Τα κακομαθημένα παιδιά της Ιστορίας. Η διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους 18ος – 21ος αιώνας, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα.

Λιάκος Αντώνης (2019), Ο ελληνικός 20ος αιώνας, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα.

Σαλπιστής Νίκος (2003), Κατερίνη 1941-1945. Μέρες Κατοχής, Αντίστασης, Δημιουργίας, προσωπική έκδοση, Κατερίνη.

Τζεφρώνη – Ταμία Χρυσούλα (2000), Μια αντάρτισσα από τα Πιέρια. Μαρτυρίες από τη διαδρομή μου, Προσωπική έκδοση, Αθήνα.

Επιμέλεια άρθρου Γ.Χ. Ποικιλίδης