ΟΙ ΕΠΟΧΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ

Η οθωμανική περίοδος

1535    Η πιο παλιά μαρτυρία για την Κατερίνη (πριν το 1535) προέρχεται από τη  βιογραφία του Αγίου Διονυσίου ο οποίος έζησε στον Όλυμπο κατά τις δεκαετίες 1530-1540 (πέθανε το 1542) και την περιγράφει ως «μεγάλον χωρίον». (Καζταρίδης 2006, 22)

1668    Πολύ αργότερα, το 1668,  ο Γάλλος περιηγητής Ντριώ (Robert de Dreux) περιγράφοντας ένα οργανωμένο «σαφάρι» του Σουλτάνου Μωάμεθ Δ΄ στην «πεδιάδα της Κατερίνης» αναφέρεται στη φήμη που τη συνόδευε  για τα θηράματά της. (Καζταρίδης 2006, 37-40)

1686  Από αυτοκρατορικό φιρμάνι του 1686 προς τους  Ιεροδίκες Γιαννιτσών, Εδέσσης, Βεροίας και Κατερίνης σχετικά με την  υποχρεωτική στρατολόγηση ενόψει εκστρατείας  κατά της επαναστατημένης Μάνης, προκύπτει ότι η Κατερίνη εκείνη την περίοδο  ήταν έδρα ιεροδικείου.  (Καραβέργος 1984, 31-32)

1698  Το 1698 σε διαταγή του Βαλή Θεσσαλονίκης προς τον ιεροδίκη Βεροίας για την υποχρεωτική στρατολόγηση 25 ανδρών, μαθαίνουμε για τις φρεγάτες των Ενετών που «ενεργούν έρευνες» στις ακτές της Κατερίνης και του Κίτρους. (Καραβέργος 1984, 38)

1715  Η Κατερίνη του 1715 είναι ένα «μεγάλο χωριό που κατοικείται μόνο από χριστιανούς και έχει μια εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης από την οποία πήρε το όνομά του το χωριό».  Η πληροφορία αντλείται από το ημερολόγιο του Κωνσταντίνου Διοικητή, ο οποίος «ακολουθούσε το σώμα Βλάχων του τουρκικού στρατού» στην εκστρατεία του μεγάλου Βεζύρη Αλή πασά εναντίον των Βενετών στην Πελοπόννησο».  (Καζταρίδης 2002, 55).

1755   Σε αυτοκρατορικό φιρμάνι του 1755 προς το Ιεροδικείο Βεροίας, η Κατερίνη αναφέρεται ως χωριό που ανήκει στον καζά Πλαταμώνα με αφορμή καταγγελία κατοίκων του καζά Βεροίας (Μελίκη, Τσουκούραβα για αποφάσεις ιεροδικών και αγιάν[1] που τους αναγκάζουν να πέφτουν θύματα αισχροκέρδειας και τοκογλυφίας από μουσουλμάνους και ραγιάδες μεταξύ των οποίων και ο «γνωστός κάτοικος» Κατερίνης Αρναούτ Χασάν.  (Καραβέργος 1984, 60-61)

1785   Από το Οθωμανικό Αρχείο Βεροίας και το σχετικό αυτοκρατορικό φιρμάνι του 1785 προς τον ιεροδίκη Βεροίας, μαθαίνουμε ότι  ένας Τούρκος κάτοικος Κατερίνης, ο Μπαγιαζίτ Αγάς, παντρεύτηκε την Ελένη, κόρη του Χατζή Γιαννάκη από τον Κολινδρό αφού πρώτα αυτή ασπάστηκε το Ισλάμ και μετονομάστηκε σε Φαχριέ. Η διερεύνηση που ζητά το φιρμάνι αφορά καταγγελία του πατέρα της κοπέλας, η οποία  επρόκειτο να παντρευτεί τον αδελφό του επισκόπου Κίτρους, για απαγωγή της από τον Μπαγιαζίτ με τη βοήθεια ομάδας ληστών.  (Καραβέργος 1987, 71-73)

1794  Πάλι από  Οθωμανικό Αρχείο Βεροίας και σχετική διαταγή του διβανίου Θεσ/νίκης του 1794 προς τον ιεροδίκη Βεροίας, ζητείται η κινητοποίηση των τοπικών αρχών για την εξόντωση ληστών που δρούσαν στις περιοχές Φλώρινας και Έδεσσας. Μεταξύ άλλων αναφέρεται και ο Μπαγιαζίτ αγάς, κεχαγιάς του Χαλίλ αγά αξιωματικού του Κολινδρού, μεταξύ αυτών που πρέπει να δράσουν ομαδικά εναντίον των ληστών. (Καραβέργος 1984, 73-74)

1795  Την επόμενη χρονιά 1795, πάλι από το Οθωμανικό Αρχείο Βεροίας, πληροφορούμαστε ότι ο Μεχμέτ αγάς, πρόκριτος της Κατερίνης αλλά και θυρωρός των αυτοκρατορικών ανακτόρων, επέτρεψε την κατεδάφιση και ανέγερση χριστιανικού ναού στο χωριό Στουπί παρά την αντίθετη διαταγή της υψηλής πύλης που επέτρεπε μόνο επισκευή και μόνο ύστερα από αυτοκρατορική άδεια των χριστιανικών ναών. Η διαταγή του διβανίου  Θεσ/νίκης ζητά την προσαγωγή των υπευθύνων στη Θεσ/νίκη για τιμωρία. (Καραβέργος 1984, 74-75)

1768   Από το αρχείο  του ενετικού προξενείου Θεσσαλονίκης μαθαίνουμε ότι τον Οκτώβριο του 1768 ο Χασάν αγάς της Κατερίνης στρατολόγησε 1000 ιππείς στο πλαίσιο υποχρεωτικής στρατολόγησης για τις ανάγκες  του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1768-1774). Ενώ τον Σεπτέμβριο 1769 η ίδια πηγή μας πληροφορεί ότι τα περήφανα αυτά έφιππα ασκέρια  επέστρεψαν «πεζοί, ξεσχισμένοι και εξαντλημένοι». (Καζταρίδης 2002, 49-51)

1779 Τον Ιούνιο του 1779 ο Καπουδάν πασάς της Πόλης έρχεται από τη Θεσσαλονίκη στην Κατερίνη, ως ενδιάμεσο σταθμό για Λάρισα, με σκοπό να πραγματοποιήσει εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εξολόθρευσης Αλβανών στο Μωριά. Την Κατερίνη διοικούσαν τότε τα παιδιά του Αλβανού Αρναούτ Χασάν καταπιέζοντας τους κατοίκους. Ο ένας εξ αυτών διέφυγε στα λημέρια του Ολύμπου  και ο άλλος παρουσιάστηκε στον Καπουδάν Πασά  γλυτώνοντας τη ζωή του.  (Καζταρίδης 2002, 54)

1797   Στην έκθεση του 1797 του Φελίξ Μπωζούρ, η Κατερίνη είναι έδρα του Ναλίλ αγά ο οποίος  έχει αναλάβει να φυλάει τις χαράδρες  της Πίνδου αλλά και του στενού των Τεμπών. (Καζταρίδης 2002, 94)

1799-1804   Στις αρχές του 19ου αι. (1799-1804) ο Άγγλος περιηγητής Edward Clarke επισκέπτεται την Κατερίνη την οποία περιγράφει «ως ένα μικρό και άσημο χωριό με 140 περίπου σπίτια». (Καζταρίδης 2002, 74)

1812   Η Κατερίνη του  Henry Holland, το 1812, «είναι μια μικρή πόλη χτισμένη στην πεδιάδα δύο ή τρία μίλια στα βόρεια του ποταμού και περιτριγυρισμένη από πολλά δάση. Έχει περίπου 300 σπίτια, μερικά μεγάλα κι ένα τζαμί, που είναι γραφικό λόγω των δέντρων που το περιβάλλουν. […] η  Κατερίνη έχει ταχυδρομείο […]». (Καζταρίδης 2002, 120-121).

Ο Όλυμπος από την πόλη της Κατερίνης. Χαλκογραφία του E.D Clarke 1816. (Καζταρίδης 2002, 75)

1815   Ο Γάλλος γιατρός και περιηγητής Pouqueville περνάει από την Κατερίνη το 1815 και  βρίσκει «μια πόλη με πέντε χιλιάδες κατοίκους, χτισμένη στη μέση μια πεδιάδας διαρρεόμενης από έναν ποταμό, παραπόταμο του Σφετίλη Σου» (Καζταρίδης 2002, 81).

1820   Το 1820 από διαταγή του διβανίου Τρικάλων που βρίσκεται στο Οθωμανικό Αρχείο Βεροίας, αναφορικά με την αλλαγή διοίκησης των δερβενίων Θεσσαλίας και Κεντροδυτικής Μακεδονίας μετά την εξόντωση του Αλί Πασά, πληροφορούμαστε για την ύπαρξη ιεροδικείου στον καζά Κατερίνης. (Καραβέργος 1984, 79-80)

1830   Το 1830 από διαταγή του διβανίου Θεσ/νίκης  προς τους ιεροδίκες Βέροιας, Κατερίνης και Νάουσας, που βρίσκεται στο Οθωμανικό Αρχείο Βεροίας, μαθαίνουμε για την αλλαγή εισπράκτορα κεφαλικού φόρου και την φροντίδα για την έγκαιρη είσπραξη των φόρων. (Καραβέργος 1983, 84-85)

1838   Το 1838 ο Λωρέντης Νικόλαος στο Νεωτάτη Διδακτική Γεωγραφία… Β΄ τόμος, σελ. 415, περιγράφει την «Κατερίνη, επί μιας ευρυχώρου πεδιάδος παρά τον Θερμαικόν Κόλπον κειμένη με πολλά εν αυτή πορφυροβαφεία και 1800 κατοίκους τους πλείστους Έλληνας». (Καζταρίδης 2002, 207)

1840  Από Οθωμανικό Αρχείο του Ιεροδικείου Βεροίας (1840) μαθαίνουμε ότι ο Παναγιώτης Στάμου από την Κατερίνη «απαρνείται τις ψευδείς θρησκείες και ασπάζεται τον Μωαμεθανισμό» αλλάζοντάς το όνομά του σε Χουσείν. (Καραβέργος 1984, 104-105)

1858   Η Κατερίνη του Heuzey  (1858) είναι μια «μικρή τουρκική πόλη που έχει ένα παζάρι, ένα τζαμί και μερικά μεγάλα σπίτια κατοικημένα από τους μπέηδες […]» (Καζταρίδης 2002, 152)

1882  Σύμφωνα με τον επίσκοπο Κίτρους Νικόλαο (Λούση), το 1882, η Κατερίνη διαθέτει 300 περίπου οικίες (όταν το Λιτόχωρο έχει 600, ο Κολυνδρός 400 και το Καταφύγι 400). Λειτουργεί ένα δημοτικό ή αλληλοδιδακτικό σχολείο με μία ή δύο τάξεις ελληνικού σχολείου. (Κωφός 1992, 52, 58)

Το εξώφυλλο του βιβλίου του Ν.Θ. Σχινά. (Καζταρίδης 2002, 176)

1886   Η Κατερίνη είναι «έδρα μουδίρου, ήτοι επάρχου», μας πληροφορεί ο Νικόλαος Σχινάς στο Οδοιπορικαί σημείωσεις Μακεδονίας, Ηπείρου …» και συνεχίζει: «Κατά το πλείστον ανήκει τοις οθωμανοίς Γιουσούφ εφέντη και Αρήφ εφέντη. Οικείται δε υπό 70 οικογενειών οθωμανών εκ Λάλα Ευβοίας και Γρεβενών, 70 οικογενειών Αθιγγάνων, χαλκέων και υπηρετών, 100 οικογενειών Κιρκασίων, πέριξ της πόλεως οικουσών, μετοίκων εκ του επί των ΒΑ κλιτύων του Ολύμπου χωρίου Τόχοβας. Ούτοι εισί ζευγίται και άγριοι. 200 οικογενειών χριστιανών καλλιεργητών των κτημάτων. Επομένως ο πληθυσμός ανέρχεται  εις 1800 χριστιανούς και 1200 οθωμανούς, προς δε τούτοις και έτεραι 120 οικογένειαι παραχειμάζουσι, κατερχόμενοι εκ των χωρίων της Μακεδονίας, της Σαμαρίνας, της Αβδέλλας, της Σμίξης και των Γρεβενών.   Έχει 9 χάνια χωρούντα 800 άνδρας και 300 ιππείς με χόρτον και κριθήν άφθονον, 20.000 πρόβατα, πολλάς αγελάδας και βουβάλους, 100 φορτηγά αμάξας, 100-150 ίππους και 10 υδρομύλους παρέχοντος εκάστου 500-1000 οκάδες αλέυρου. 20 κλιβάνους παρέχοντας 1000-2000 άρτους ημερησίως, διοικητήριον ξύλινον  αλλ’ ευρύχωρον, νέον στρατώνα λιθόχτιστον χωρητικότητας 1000 ανδρών, τέμενος λιθόχτιστον, εν σχολείον οθωμανικόν μικρόν, 2 σχολεία αρρένων λιθόχτιστα, 2 εκκλησίας λιθοκτίστους και τέλος υδρεύεται εκ του παραρρέοντος ποταμίου. Η συνήθης φρουρά σύγκειται εξ ενός τάγματος 300-400 ανδρών δυνάμεως 15-20 ζαπτιέδων εντοπίων και 20-30 τουρκαλβανών». (Σχινάς 1887, 40-41)

1887   Την ίδια περίοδο (1887), ο Ζώτος Μολοσσός γράφει στο Ηπειρωτικαί και Μακεδονικαί Μελέται…ότι η Κατερίνη «Διαρρέεται από ομώνυμο ποταμό κατερχόμενον εξ Ολύμπου αρδεύοντα την γόνιμον πεδιάδαν της. Είναι κωμόπολις 500 οικογενειών, 3000 ψυχών Χριστιανών και Μωαμεθανών εξ ημισείας και ολίγων Αθιγγάνων, όλων ελληνόγλωσσων. Έχει υποδιοικήσεις πολιτικάς, θρησκευτικάς και στρατιωτικάς υπαγομένας εις Θεσσαλονίκη. Εδώ διαμένει τον χειμώνα και ο Επίσκοπος Κίτρους και Κατήρων και το θέρος εις Κολινδρόν…Η Κατερίνη σκιάζεται μεγαλοπρεπώς υπό του Ολύμπου εξ ου εξάγει πολλήν ξυλείαν ναυπηγήσιμον εις τους διαφόρους λιμένας του Θερμαικού. Εκ του Ολύμπου και η ξυλική του σκάφους Λουδοβίκου του Λέοντος της Ελλάδος, θαλαμηγού του Όθωνος». (Καζταρίδης 2002, 186).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Καζταρίδης Ιωάννης (2002), Η Μακεδονία κατά την Τουρκοκρατία. Η Πιερία των περιηγητών και των γεωγράφων, εκδόσεις «μάτι», Κατερίνη.

Καζταρίδης Ιωάννης (2006), Κατερίνη. Από τη μικρή πόλη στην πολύτροπη πόλη, εκδόσεις «μάτι», Κατερίνη.

Καραβέργος Γ.Α (1984), Τούρκικα έγγραφα από τα ιστορικά αρχεία Μακεδονίας αναφερόμενα στο Νομό Πιερίας, ιδιωτική έκδοση, Θεσσαλονίκη.

Κωφός Ευάγγελος (1992), Ο αντάρτης Επίσκοπος Κίτρους Νικόλαος. Τα απομνημονεύματά του και η εξέγερση της Πιερίας το 1878, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα.

Σχινάς Θ. Νικόλαος (1887), Οδοιπορικαί σημειώσεις Μακεδονίας, Ηπείρου, Νέα Οροθετικής Γραμμής και Θεσσαλίας, Εν Αθήνιαις, Τύποις «Messager D’ Athenes»,   φωτογραφική ανατύπωση (2017), εκδόσεις «μάτι», Κατερίνη.

Επιμέλεια άρθρου:Γ.Χ.Ποικιλίδης

[1] [Αγιάν] O Σελίμ (1789-1807) απέτυχε επίσης να ελέγξει τη δράση των αγιάν (ayan), ισχυρών τοπαρχών που αντλούσαν τη στρατιωτική και την οικονομική τους δύναμη περισσότερο από τους δεσμούς που είχαν με την τοπική κοινωνία και λιγότερο από τη βούληση της Πύλης.  O Μαχμούτ (1808-1839) υποχρεώθηκε αμέσως μετά την άνοδό του στο θρόνο να συνάψει με τους αγιάν μια συμφωνία που εξασφάλιζε την ηγετική θέση των τελευταίων στις επαρχίες. Κατάφερε όμως μέσα στα είκοσι ένα χρόνια της βασιλείας του να ανατρέψει τον αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων. Παρά το γεγονός ότι αυτή την εποχή η Aυτοκρατορία υπέστη βαριά πλήγματα, όπως την ανακήρυξη της Σερβίας σε αυτόνομη ηγεμονία και της Eλλάδας σε ανεξάρτητο κράτος, δύο ήττες σε ισάριθμους ρωσοτουρκικούς πολέμους και δύο ατυχείς αναμετρήσεις με τον αιγύπτιο υποτελή της Μοχάμετ Αλί, η κεντρική εξουσία στερεώθηκε και τέθηκαν οι βάσεις ενός συγκεντρωτικού διοικητικού μηχανισμού. O Μαχμούτ πρώτα καθυπέταξε τους αγιάν και τους ανάγκασε να δεχτούν την πρωτοκαθεδρία της Πύλης και κατόπιν, στα 1826, διέλυσε βίαια το γενιτσαρικό σώμα. http://www.ime.gr/projects/tanzimat/gr/main/130.html