Η Αικατερίνη εις χείρας Ελλήνων

Η κύρια φάλαγγα της 7ης Μεραρχίας. (Χιονίδης 1998, 18)
Στις 4 Οκτωβρίου 1912 ξεκίνησαν οι ελληνικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στο έδαφος της Μακεδονίας. Την 14η Οκτωβρίου 1912 η 7η Μεραρχία που είχε δύναμη 7.000 περίπου ανδρών (19ο, 20ο και 21ο Σύνταγμα Πεζικού), μία Μοίρα (3η) πεδινού Πυροβολικού και Μοίρα Πυροβόλων ξεκίνησε από την περιοχή της Ελασσόνας με επικεφαλής τον συνταγματάρχη πυροβολικού Κλεομένη Κλεομένους. «Την τουρκοκρατούμενη Κατερίνη υπεράσπιζε στρατιωτική δύναμη 2.000 περίπου ανδρών, τεσσάρων ταγμάτων, που έφεραν τα ονόματα Αβρέτ Χισάρ, Βέροιας, Βόδσνα και Καρατζόβα, μιας ορειβατικής πυροβολαρχίας και μίας ύλης ιππικού. Τη δύναμη διοικούσε ο συνταγματάρχης Σουκρή Βέης».
Στις 15 Οκτωβρίου σημειώθηκαν αψιμαχίες μεταξύ της εμπροσθοφυλακής του 20ου συντάγματος (αποτελούμενο ως επί το πλείστον από Κερκυραίους και Ζακυνθινούς) και Τούρκων στο δάσος (από παλιούρια) έξω από το Κουλουκούρι (σημερινό Σβορώνο) με αποτέλεσμα 2-18 νεκρούς και 19-140 τραυματίες μεταξύ των οποίων ο αντισυνταγματάρχης Δημήτριος Σβορώνος με καταγωγή από την Κεφαλονιά. (Καζταρίδης, 2006, 57-65).

Ο διοικητής του 20ου Συνάγματος αντισυνταγματάρχης Δημήτριος Σβορώνος. (Χιονίδης 1998, 38)
Την ίδια μέρα «[…] δηλαδή στις 15 Οκτωβρίου, πολλοί Βόσνιοι μουσουλμάνοι και γύφτοι βγήκαν έξω από την Κατερίνη, βρήκαν τέσσερεις νεαρούς Έλληνες, ένα 17ετή και τρείς 10ετείς, που δούλευαν στα χωράφια, τους συνέλαβαν και τους μετέφεραν στην Κατερίνη, όπου το τουρκικό στρατοδικείο τους καταδίκασε ως αντάρτες και τους τουφέκισε μπροστά στους στρατώνες. Την ίδια μέρα άλλη συμμορία Βοσνίων σκότωσε εν ψυχρώ στο μύλο του τον πρόκριτο Κατερίνης Δ. Μυλωνά και τον υπηρέτη του». (Εφημ. Εφημερίς, 27.10.1912 σελ.3 Ψηφιακή βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων), (Βέλκος 2013, 39)
Στις 7:30 πρωινή της 16ης Οκτωβρίου 1912, ημέρα Τρίτη, τα ελληνικά στρατεύματα της 7ης Μεραρχίας εισήλθαν «στην πανηγυρίζουσα Κατερίνη». Στο ύψος του πάρκου (κισλάς) και συγκεκριμένα «εκεί που σήμερα είναι τοποθετημένα τα 2 κανόνια που άφησε πίσω του ο εσπευσμένα αναχωρήσας τουρκικός στρατός» πραγματοποιήθηκε η υποδοχή του στρατού από αντιπροσωπεία κατοίκων με επικεφαλής τον επίσκοπο Παρθένιο Βαρδάκα. Στη συνέχεια δια μέσου της Μ.Αλεξάνδρου κατευθύνθηκαν στον Ι.Ν Θ.Αναλήψεως όπου «στις 9 το πρωί εψάλη χαρμόσυνος δοξολογία». (Καζταρίδης, 2006, 66-69).
Αξιοσημείωτη είναι η στάση του επισκόπου Παρθένιου ο οποίος «κατά την είσοδο του ελληνικού στρατού, έθεσε ως πρώτο μέλημά του την εξασφάλιση των μουσουλμάνων κατοίκων της πόλης και της υπαίθρου από τυχόν αντίποινα και γι’ αυτό σε συνεννόηση με τον Μέραρχο αναπτύχθηκε ο λόχος της στρατονομίας της Μεραρχίας κυρίως στις οθωμανικές συνοικίες της πόλης ώστε να συγκρατηθούν και να αποτραπούν οι θερμόαιμοι των κατοίκων από κάθε βίαιη ενέργεια. Η ενέργεια αυτή εξασφάλισε πλήρως τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Μάλιστα ο Μέραρχος εξέδωσε και σχετική προκήρυξη προς τους κατοίκους της Κατερίνης, η οποία θυροκολλήθηκε σε όλες τις συνοικίες της πόλης και στην οποία ανέφερε: «Εν ονόματι του Βασιλέως Γεωργίου του Α΄, καταλαβών την Αικατερίνην ευχαριστώ τον λαόν δια την ενθουσιώδη υποδοχήν ήν έκαμον εις τον Ελληνικόν στρατόν. Συνιστώ δε εις τους κατοίκους να διατρανώσωσι τα ευγενή αυτών αισθήματα δια της καλής συμπεριφοράς των προς τους Οθωμανούς υπηκόους, καθόσον η ευγενής Ελληνική φυλή εμπνευσμένη υπό ευγενών αισθημάτων, είμεθα βέβαιοι ότι δεν θα υποπέση εις καμίαν πράξιν ανάρμοστον. Ο Μέραρχος Κλ. Κλεομένη» (Τζουμέρκας 2013, 112)
Αν πιστέψουμε βέβαια τα δημοσιεύματα των εφημερίδων, εκτός από τους «ακραιφνείς Έλληνες» οι οποίοι «μετά δακρύων χαράς και ενθουσιασμού εδέχθησαν τους ελευθερωτές των και ανεπέτασαν την ελληνικήν μας σημαίαν» (εφημερίδα «Εστία») στις ίδιες εκδηλώσεις «προέβησαν και πλείσται τουρκικαί οικογένειαι αναρτήσασαι εν ζητωκραυγαίας την ελληνικήν σημαίαν». (εφημερίδα «Σκρίπ», 21.10.1912) (Βέλκος 2013, 37) Το πλήρες κείμενο της δημοσίευσης είναι αυτό: «Κατά την είσοδον του στρατού μας εις Αικατερίνην, οι Ελληνες υπεδέχθησαν έξαλλοι εξ ενθουσιασμού αυτόν, αναρτήσαντες εν ζητωκραυγαίς την ελληνική σημαίαν. Εις παρομοίας εκδηλώσεις προέβησαν και πλείσται Τουρκικαί οικογένειαι» (Σκρίπ, 21.10.1912, Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Εφημερίδων και Περιοδικού Τύπου της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος) Επειδή όμως ο τρόπος πληροφόρησης των ειδήσεων ελέγχεται για την ακρίβειά του διαπιστώνουμε ότι στην ίδια δημοσίευση το Κουλουκούρι (Σβορώνος) ονομάζεται «Κούρνοσο» και τοποθετείται σε απόσταση 2 ωρών από την Κατερίνη.
Σύμφωνα όμως με την διοικητική έκθεση του επιτρόπου Κ. Δαραλέξη «Λίγο πριν από τη μάχη της Κατερίνης οι Τούρκοι έφυγαν προς τη Θεσσαλονίκη και μόνο 60 οικογένειες Βοσνίων προσφύγων παρέμειναν, για τους οποίους ο Επίτροπος σημειώνει τα εξής πολύ χαρακτηριστικά: Οι Βόσνιοι είναι στοιχείον εντελώς ανομοιογενές, ράθυμον και εκδικητικόν, πενόμενον και επισφαλούς υγείας, ουδεμία ελπίς υπάρχει να αφομοιωθή προς ημάς και να καταστή αγαθός κοινωνικός παράγων[…]» Σύμφωνα δε με τον Βέλκο η δίκαιη στάση των Ελλήνων απέναντί τους δείχνοντας «πραγματική ισονομία και ισοπολιτεία» στάθηκε η αφορμή «[…] λίγο αργότερα να επιστρέψουν στην Κατερίνη δεκάδες τουρκικές οικογένειες, που είχαν καταφύγει στη Θεσσαλονίκη και λιμοκτονούσαν κυριολεκτικά. Πρώτη ενέργεια του Επιτρόπου ήταν να τους δοθούν δεκαπέντε οκάδες σιτάρι το άτομο, για προσωρινή κάλυψη των αναγκών τους και ταυτόχρονα τους επετράπη να ξανασχοληθούν ανεμπόδιστα με τις προηγούμενες ασχολίες τους». (Βέλκος 2013, 39)

Ο Τούρκος δήμαρχος Κατερίνης Μουχαρέμ Ρουστέμ, κατά την απελευθέρωση. (Χιονίδης 1998, 49)
Στη συνέχεια ο στρατός ανέθεσε καθήκοντα δημάρχου στον Λιβαδιώτη γιατρό Γεώργιο Λαναρίδη «και συνέχισε την προέλαση προς Θεσσαλονίκη». Ο Τούρκος δήμαρχος Μουχαρέμ Ρουστέμ Πασάς, ο οποίος παρευρίσκονταν, όπως και άλλοι μουσουλμάνοι, στη δοξολογία, συνέχισε να ασκεί τα καθήκοντά του. Ένα χρόνο αργότερα παρέδωσε το Κοινοτικό Ταμείο στο δημοτικό υπάλληλο Δημήτριο Κ. Δήμου. (Καζταρίδης, 2006, 66-69).
Επειδή όμως η αλλαγή στο καθεστώς επικυριαρχίας επισφραγιζόνταν σε κάθε «νέα επαρχία» με τον διορισμό Έλληνα Επιτρόπου «…την επομένη κιόλας της απελευθέρωσης διορίστηκε στην Κατερίνη Κυβερνητικός Επίτροπος ο Κ. Δαραλέξης, Γραμματέας πρώτης τάξεως του υπουργείου Εσωτερικών. Ο παραπάνω Επίτροπος στις αρχές Νοεμβρίου έστειλε στην ελληνική Κυβέρνηση την πρώτη διοικητική έκθεση…» (Βέλκος, 2013, 37) Δημοσίευμα: «Η ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΕΠΑΡΧΙΩΝ. Ως είχομεν αναγγείλει ανεχώρησαν χθες δια της πρωινής αμαξοστοιχίας Λαρισαικού οι διορισθέντες διοικητικοί υπάλληλοι εν Μακεδονία με επικεφαλής τον κ. Χωματιανόν, φέροντες μεθ’ εαυτών σφραγίδας και έντυπα δια την επίσημον αλληλογραφίαν» (Σκρίπ, 21.10.1912)
Την σπάνια εικόνα που δημοσιεύουμε πιο κάτω από το φωτογραφικό αρχείο του ΕΛΙΑ, με τμήμα του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος του 1912 που απελευθέρωσε την Κατερίνη, ανακάλυψε ο ερευνητής τοπικής ιστορίας Νίκος Σαλπιστής δημοσιευμένη σε έντυπο της εφημερίδας “Μακεδονία” της 28.10.2001.

Ανάμνησις Αικατερίνης. Έλληνες υπαξιωματικοί (Σκαπανείς;) ποζάρουν δίπλα στα σύνεργά τους – φτυάρια και κασμάδες. Στο βάθος διακρίνεται τμήμα οικισμού. Βαλκανικοί Πόλεμοι. Πηγή: Φωτογραφικό αρχείο του ΕΛΙΑ με κωδικό τεκμηρίου 7Σ30.209.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Βέλκος Γρηγόριος (2013), «Η απελευθέρωση της Κατερίνης μέσα από εφημερίδες της εποχής» στο Γραίκος Νίκος (επιμ.), Εστιακά Σύμμεικτα 2, Η Πιερία στην εποχή της απελευθέρωσης (1912), εκδόσεις «μάτι», Κατερίνη.
Τζουμέρκας Παναγιώτης (2013), «Επίσκοπος Κίτρους Παρθένιος Βαρδάκας: μεταξύ της οικουμενικής και της εθνικής συνείδησης» στο Γραίκος Νίκος (επιμ.), Εστιακά Σύμμεικτα 2, Η Πιερία στην εποχή της απελευθέρωσης (1912), εκδόσεις «μάτι», Κατερίνη.
Καζταρίδης Ιωάννης (2006), Κατερίνη. Από τη μικρή πόλη στην πολύτροπη πόλη, εκδόσεις «μάτι», Κατερίνη.
Χιονίδης Γιώργος (1998), Η απελευθέρωση της Κατερίνης από τον τουρκικό ζυγό, εκδόσεις “Τέρτιος”, Κατερίνη.
Εφημερίδα Εφημερίς, 27.10.1912, Ψηφιακή βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων.
Εφημερίδα Σκρίπ, 21.10.1912, Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Εφημερίδων και Περιοδικού Τύπου της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος: http://efimeris.nlg.gr/ns/main.html.
Επιμέλεια άρθρου: Γ.Χ.Ποικιλίδης