Ο αγώνας για την επιβίωση στην Κατοχή και η προσπάθεια οικοδόμησης μιας άλλης κοινωνίας
Τίτλος: Ο αγώνας για την επιβίωση στην Κατοχή και η προσπάθεια οικοδόμησης μιας άλλης κοινωνίας
Συγγραφέας: Νίκος Σαλπιστής – Ευρευνητής τοπικής ιστορίας με ειδίκευση στη δεκαετία του ’40 – Συνταξιούχος Δικηγόρος
Μέσο δημοσίευσης: Ημερίδα του Συνδέσμου Φιλολόγων Πιερίας
Τόπος: Κατερίνη
Ημερομηνία δημοσίευσης: 2.3.2012
Το χειμώνα του 1941 – 1942, λόγω της λεηλασίας του παραγωγικού πλούτου της Ελλάδας από τις δυνάμεις κατοχής, του βρετανικού αποκλεισμού, της κατάρρευσης των μεταφορικών μέσων, («λείπουν οι δυνατότητες μεταφοράς» έλεγαν οι Γερμανοί τον Ιούνη του 1941) και τη μικρότερη αγροτική παράγωγη, οι Έλληνες βρέθηκαν μπροστά στην απειλή και τελικά μπροστά στο φαινόμενο της πείνας. Επόμενο ήταν να ενεργοποιηθεί το ένστικτο αυτοσυντήρησης του λαού. Εδώ θα ασχοληθούμε με το πώς αντιμετώπισαν τον κίνδυνο αυτό οι κάτοικοι της Κατερίνης και ειδικά οι Πόντιοι προσφυγές της συνοικίας του Σταθμού Κατερίνης. Χωρίς δικά τους χωράφια οι περισσότεροι, δούλευαν ως εργάτες γης, ως περιστασιακοί εργάτες ή εκχέρσωναν εκτάσεις με αντάλλαγμα την αξιοποίηση της παράγωγης τους για 2 με 3 χρόνια.
Οι ελλείψεις ειδών διατροφής τους ανάγκασαν να επινοήσουν τακτικές επιβίωσης. Η εγκατάσταση τους κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό και σχετικά κοντά σε κέντρα αγροτικής παράγωγης (κάμπος Κατερίνης, Στουπί, Αγ. Σπυρίδωνας, Πύθιο Ελασσόνας, Γιαννιτσά, Κρύα Βρύση, Κοζάνη, Πλατύ) έδειξε το δρόμο, προσανατόλισε τις πορείες, τους στόχους, τις κατευθύνσεις. Η συνεχής κίνηση κάλυπτε την αδυναμία απόκτησης ειδών διατροφής στον τόπο της κατοικίας. Κάτοικοι της Κατερίνης άλλαζαν καπνό με τσιγαρόχαρτα και με τα τελευταία προμηθεύονταν τυρί από τον Άγιο Σπυρίδωνα. Επίσης πουλούσαν λάδι στο Στουπί και προμηθεύονταν στάρι από το Πύθιο Ελασσόνας. Σε μια περίπτωση οικογένεια αντάλλαξε λάδι με μεγάλη ποσότητα τσιγαρόχαρτων στην Αθήνα, με την ανταλλαγή των οποίων με είδη διατροφής «έβγαλε την Κατοχή».
Στην αρχή προσπάθησαν να αξιοποιήσουν ό,τι βρισκόταν γύρω τους και να αξιοποιήσουν ό,τι είχαν φέρει από την Ε.Σ.Σ.Δ. Σε δυο περιπτώσεις ανταλλάχτηκαν χρυσαφικά με καλαμπόκι και ένα σάλι με 16 0καδες σιτάρι. Υπήρχαν και περιπτώσεις που εφοδιαστήκαν οι πρόσφυγες με είδη διατροφής χωρίς αντάλλαγμα. Υποπροϊόντα από σφάγια των Γερμανών, αλάτι από βρασμένο θαλασσινό νερό, ψάρια που πετάχτηκαν από ψαράδες και χελώνες, ήταν από τις αναγκαστικές διατροφικές επιλογές για την επιβίωση.
Μετά την πρώτη, η δεύτερη γραμμή άμυνας στην πείνα αξιοποίησε τα ταξίδια με το σιδηρόδρομο κατά τα οποια μετέφεραν σιτάρι στο Βόλο και το αντάλλασσαν με λάδι (1 προς 2). Το λάδι το αντάλλασσαν ξανά με σιτάρι στα χωριά, όχι με την ίδια ισοτιμία. Οι κάτοικοι αξιοποιούσαν, ως ενδιάμεσοι, τη διάφορα της τιμής-αξίας του ίδιου προϊόντος σε διαφορετικό τόπο και χρόνο. Για παράδειγμα το λάδι είχε μεγαλύτερη αξία στα χωριά της περιφέρειας Κατερίνης απ’ ότι στο Βόλο, όπως και το σιτάρι είχε μεγαλύτερη αξία στο Βόλο απ’ ότι στα χωριά της Κατερίνης (λόγω της σπανιότητάς του). Οι κίνδυνοι και οι κόποι της μεταφοράς ενσωματώνονταν στην τιμή του μεταφερόμενου προϊόντος και την ανέβαζαν. Το σιτάρι που περίσσευε κάλυπτε τις διατροφικές ανάγκες της οικογένειας και περίσσευε για το επόμενο ταξίδι. Λάδι μετέφεραν και ναυτικοί -έμποροι της Μυτιλήνης και της Σκοπέλου στα παράλια της Κατερίνης και το αντάλλασσαν με σιτάρι.

Ιούλιος 1943. Εργάτες γής της συνοικίας του Σταθμού στο Κτήμα Χρυσοβελώνη στο Πλατύ. Πηγή: Συλλογή Νίκου Σαλπιστή
Κάτοικοι της συνοικίας πήγαιναν σε χωράφια της περιοχής άλλα και στο Πλατύ και μάζευαν σιτάρι («πασάκια») που έπεφτε στο έδαφος μετά το θερισμό. Το επόμενο διάστημα, κυρίως νέοι- που ήταν ευέλικτοι και μικρόσωμοι άλλα η ανάγκη τους μεγάλωσε ξαφνικά- μετά από οικογενειακό καταμερισμό στην παραγωγή, προμήθεια και ανταλλαγή των προϊόντων, πλημμύριζαν το σιδηροδρομικό σταθμό και αντάλλασσαν λουκουμάδες, νερό, καπνό, αυγά, ψωμί, φρούτα, σπόρια και στριφτά τσιγάρα με γαλέτες, αντιπυρήνες, κινίνα, ζάχαρη, τσιγάρα, ρολόγια, μουσικά όργανα, ζαχαρίνες, τσιγαρόχαρτα, σκόνη πορτοκαλάδα, παπούτσια και ρούχα. Αξιοποιήθηκε η μεγάλη κίνηση στο Σταθμό και οι χιλιάδες στρατιώτες που μετακινούνταν με το σιδηρόδρομο.
Δυο διαφορετικοί κόσμοι, δυο τρόποι παράγωγης που αντιπροσώπευαν ένα διαφορετικό επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης συναντήθηκαν στο σιδηροδρομικό σταθμό Κατερίνης. Ο ένας πρωτογενής, της φυσικής οικονομίας με χαμηλό βαθμό μεταποίησης, ο άλλος δευτερογενής με ενσωματωμένη την τεχνολογία στην τελική διαμόρφωση του προϊόντος. Ο καθένας αντάλλασσε ό,τι είχε: νερό από τη μια μεριά, φάρμακα από την άλλη, ψωμί με ρολόγια, αυγά με ζαχαρίνες κ. ο. κ. Στο σιδηροδρομικό σταθμό αποτυπώνονταν, για μια ακόμη φορά κάτω από διαφορετικές συνθήκες, η διάφορα των δυο παραγωγικών μηχανών, των δυο διαφορετικών επιπέδων ανάπτυξης, της Ελλάδας από τη μια μεριά και της Γερμανίας και της Ιταλίας από την άλλη. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τα δυο μέρη βρισκόντουσαν σε μια ιδιόμορφη πάλη, σε μια παράξενη μάχη. Οι πιτσιρικάδες της συνοικίας δεν έπεσαν λίγες φορές θύματα απάτης, από Ιταλούς κυρίως στρατιώτες άλλα και Γερμανούς, όταν οι τελευταίοι τους έδιναν μικρότερη από τη συμφωνημένη ποσότητα ή χαμηλότερη ποιότητα του προϊόντος που ανταλλασσόταν. Όταν αποφάσισαν να αντιδράσουν το έκαναν ομαδικά και γι αυτό η στάση τους θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια μικρή πράξη εκδίκησης και αντίστασης. Η απάτη ξεπληρώθηκε με απάτη και τα τρένα έφευγαν πάντα πριν οι κατοχικοί στρατιώτες καταλάβουν τι έγινε.
Η ΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΟ ΨΩΜΙ
Μια σημαντική πτυχή της ιστορίας της Αντίστασης κατά της Κατοχής της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα (1941-1945) είναι αυτή που σχετίζεται με την παραγωγή προϊόντων, τη συλλογή και τη διανομή τους. Η αντιπαράθεση των δυνάμεων της Αντίστασης με τους κατακτητές για το ποιος θα ελέγξει την παραγωγή, συλλογή και διανομή κυρίως των προϊόντων διατροφής (δημητριακά κ.α.) ήταν αποφασιστικής σημασίας για την τελική έκβαση της συνολικότερης σύγκρουσης. Η κοινωνία της περιφέρειας Κατερίνης (σημερινός νομός Πιερίας) δεν θα μπορούσε να εξαιρεθεί από τη σύγκρουση αυτή. Τα δυο ντοκουμέντα που ακολουθούν και ο σχολιασμός τους έχουν σχέση με την αντιπαράθεση αυτή στην πιο πάνω περιφέρεια. Πρόκειται για μια αναφορά της Περιφερειακής Επιτροπής Κατερίνης του Κ.Κ.Ε προς το γραφείο περιοχής της Μακεδονίας του Κ.Κ.Ε (17-5-1944) και ένα υπόμνημα της εξουσιοδοτημένης επιτροπής του συλλαλητηρίου που διοργάνωσε το Ε.Α.Μ στις 9-9-1944 στην Κατερίνη. Το τρίτο έγγραφο συντάχθηκε και στάλθηκε λίγο μετά την απελευθέρωση (3-11-1944) περιγράφει όμως προβλήματα που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής και έχουν σχέση με την παραγωγή και τον επισιτισμό στο πλαίσιο της ελεύθερης πια Ελλάδας (Π.Ε. Κατερίνης του Κ.Κ.Ε προς το γραφείο περιοχής Μακεδονίας του Κ.Κ.Ε).
Μιλάμε για το 1944 (Μάιο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο). Η αντιπαράθεση όμως αυτή ξεκίνησε πολύ πιο πριν. Ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1941 κάτοικοι του Κολινδρού ξύλευσαν το δάσος του τσιφλικά Οικονόμου και ήρθαν σε αντιπαράθεση με την αστυνομία με τίμημα το θάνατο δυο κατοίκων από τα πυρά της χωροφυλακής. Μετά το φοβερό χειμώνα της πείνας του 1941-1942, τον Μάρτη του 1942 κάτοικοι του Λιτοχώρου αποπειράθηκαν να πάρουν 30.000 οκάδες καλαμπόκι από τις αποθήκες του κτηματία Φιλίππου, αποκρούσθηκαν όμως από τη χωροφυλακή της Κατερίνης και το γερμανικό στρατό που έφτασε με τρένο. Η άρνηση καταβολής της δεκάτης φέρνει σε αντιπαράθεση τον Ιούνη του 1942 κατοίκους του Παντελεήμονα με τη χωροφυλακή. Αντιπαράθεση υπήρξε και στην Κατερίνη τον ίδιο μήνα με πρόσφυγες από τη Δράμα που έσπειραν κτήματα του Γεωργικού Σταθμού τον ίδιο μήνα.
Σ’ όλες τις περιπτώσεις η συμμετοχή των κατοίκων ήταν μαζική και η αντιπαράθεση υπήρξε κυρίως με την κατασταλτική δύναμη του δωσιλογικού καθεστώτος, δηλ. της χωροφυλακής. Ο Τωμαδάκης και ο Κουτσούκος, ενωμοτάρχης και ανθυπασπιστής αντίστοιχα, έδειξαν υπερβάλλοντα ζήλο για την αποκατάσταση του νόμου και της τάξης, της λεηλασίας δηλαδή του παραγωγικού πλούτου της περιοχής από τις δυνάμεις Κατοχής και της εξασφάλισης εφοδίων για το δωσιλογικό κράτος, και μέσω αυτού, ελέγχου της κοινωνίας. Τη στάση τους αυτή τιμώρησε ο Ε.Λ.Α.Σ τον Νοέμβρη του 1942 στον Όλυμπο, εκτελώντας και τους δυο, εκφράζοντας έτσι το λαϊκό αίσθημα και δίνοντας σε συμβολικό επίπεδο ένα μήνυμα. Ο παραγόμενος πλούτος του τόπου ανήκει σ’ αυτούς που τον παράγουν, στο λαό και το ένοπλο τμήμα του.
ΤΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΤΟΥ 1944
Ας δούμε, όμως, πιο συγκεκριμένα τα έγγραφα που αναφέρονται στον τελευταίο χρόνο της Κατοχής.
1) «[…] Από 10-5-1944 οι γερμανοί και γκεσταπίτες επέδραμαν στο βόρειο Όλυμπο και εγκατέστησαν οριστικά φυλάκια στο Στουπί καθώς και στην Καρίτσα και στη Μαλαθριά. Σκοπός τους είναι Α) Η εξασφάλιση της σιδηροδρομικής γραμμής από σαμποτάζ, Β) Η αποκοπή των βάσεων εφοδιασμού των ανταρτικών δυνάμεων … έτσι ώστε να τις περιορίσει στα βουνοχώρια και τα ξεροβούνια… Τώρα αφού δεν έχουμε τροφοδοσία από Μελίκη, έμεινε η τροφοδοσία από βόρειο Όλυμπο… περιοχή που είχε δώσει 30.000 οκάδες γέννημα, 1.000 σφάγια, 7.000 οκάδες γάλα (μόνο στην περίοδο που λήγει η σοδειά). Ο πεδινός χώρος του Β. Ολύμπου είναι ζωτικός, χωρίς αυτόν δεν μπορούμε να βρισκόμαστε στα Πιέρια… μοναδικός τρόπος η σοβαρή κρούση του ΕΛΑΣ […]»
Από το πιο πάνω έγγραφο διαπιστώνουμε ότι ο γερμανικός στρατός Κατοχής με τους συνεργάτες του επιχείρησε να ελέγξει στρατιωτικά τον κύριο σιδηροδρομικό άξονα εγκαθιστώντας φρουρές στα χωριά που βρίσκονταν δυτικά από τη σιδηροδρομική γραμμή στη νότια Πιερία. Παράλληλα με τον έλεγχο της σοδειάς επιχειρούσε να αποκόψει τον Ε.Λ.Α.Σ από την κύρια, σύμφωνα με το έγγραφο, πηγή ανεφοδιασμού του. Είναι χαρακτηριστική, για τη σημασία που είχε η περιοχή από διατροφική άποψη, η ποσότητα των τροφίμων που δόθηκαν στο Ε.Α.Μ.
2) «Σύμπας ο λαός της επαρχίας (διαμαρτύρεται) για την έλλειψη ειδών … (ευρίσκεται) ενώπιων της ολέθριας και αδικαιολογήτου επεμβάσεως του Ε.Α.Ο (Εθνική Αντικομουνιστική Οργάνωση) εις τας διανομάς τροφίμων, φαρμάκων και ενδύσεως τας όποιας κάνει ο Ερυθρός Σταυρός και η Ένωση Συνεταιρισμών και της εμποδίσεως και απαγορεύσεως των ανταλλαγών προϊόντων μέσω της Ενώσεως Γεωργικών Συνεταιρισμών και της μη παροχής τροφίμων εκ του γραφείου επισιτισμού εις τον εργαζόμενον κόσμον και μη χορηγήσεως δελτίου άρτου εις τους απόρους της επαρχίας…(ευρισκόμεθα) ενώπιον τρομοκρατικών συλλήψεων και ομήρων, εκτελέσεων, διωγμών, εμπρησμών, διαρπαγών περιουσιών εκ διαφόρων ενόπλων…»
Παρακάτω η επιτροπή ζητά «[…] α) επιστροφή των διαρπαγέντων, β) λόγω της πενιχράς παράγωγης σιτηρών, άρση της διαταγής για δεκάτη και για παρακράτημα, γ) να απαγορευτεί στην Ε.Α.Ο να κατακρατεί τα προς διανομή είδη από τον Ερυθρό Σταυρό, δ) να αφοπλιστεί ο Ε.Ε.Σ ε) να δοθούν στα ορεινά χωριά διάφορα είδη, στ) να χορηγηθούν δελτία άρτου και τροφίμων στους εργαζόμενους, επαγγελματίες, ιδιωτικούς και δημοσίους υπαλλήλους, ζ) κατάργηση της παρακράτησης του επισιτισμού από Ε.Γ. Συνεταιρισμών, η) να παύσουν οι εμπρησμοί οι κανονιοβολισμοί και οι εκτελέσεις θ) να απολυθούν οι φυλακισμενοι».
Από το υπόμνημα αυτό μαθαίνουμε ότι ο λαός οργανωμένα, μέσω του Ε.Α.Μ, διεκδικούσε, εκτός των άλλων, δίκαιη διανομή των τροφίμων –ειδικά στους εργαζόμενους—μη πληρωμή των φόρων, εφοδιασμό των χωριών. Με την κατακράτηση από την Ε.Α.Ο των τροφίμων και των φαρμάκων που προέρχονταν από την Ε.Γ.Σ (ντόπια παραγωγή) και τον Ερυθρό Σταυρό (εξωτερική βοήθεια) επιχειρήθηκε να ελεγχτεί η εξουσία στην πόλη για λογαριασμό των κατακτητών.
3) «[…] Πρόβλημα επισιτισμού από στάρι Ε.Λ.Α.Σ δεν παρουσιάζεται σε οξεία μορφή, γιατί η Ε.Τ.Α (Επιμελητεία Του Αντάρτη) τόσο από εισπράξεις, όσο και από κατασχέσεις έχει εξασφαλίσει το ψωμί του Ε.Λ.Α.Σ. Το πρόβλημα που είναι σε οξεία μορφή είναι το πρόβλημα της σποράς χωραφιών ανταρτών και πυροπαθών. Στην αποθήκη ΚΕ.Π.Ε.Σ υπάρχουν 97.000 οκάδες στάρι. Από αυτό είναι της Ε.Γ.Σ 32.000 οκάδες και για τα έξοδα 2.000 οκάδες. Μένουν 62.000 οκάδες. Προτείνουμε 40.000 οκάδες για σπόρο σε πυροπαθείς και οικογένειες ανταρτών να σπείρουν τα χωράφια […]».
Για όποιον αγρότη αποφάσιζε να ενταχθεί στο Ε.Λ.Α.Σ. και ν’ αγωνιστεί για την εθνική ανεξαρτησία το προσωπικό κόστος ήταν διπλό. Και ο ίδιος εισέπραττε τους κινδύνους ενός στρατιώτη που πολεμούσε, άλλα και η οικογένεια του στερούνταν τη συμβολή του στην αγροτική παραγωγή. Οι πυροπαθείς των χωριών ήταν μια άλλη κατηγορία του πληθυσμού που υπήρξαν θύματα κατοχικών και δωσιλογικών εμπρησμών. Τις ανάγκες για σιτάρι των δυο αυτών κατηγοριών επιχείρησε να καλύψει το Ε.Α.Μ.
Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
Η δράση και η προσφορά του αντιστασιακού κινήματος εναντίον της τριπλής κατοχής της πατρίδας μας δεν περιορίστηκε μόνο στην ένοπλη αντίσταση κατά του κατακτητή. Απαντώντας στα επιχειρήματα των αντιπάλων του ότι δεν έχει προτάσεις για ένα διαφορετικό τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας, έχτιζε έναν καινούργιο κόσμο, έναν άλλο τρόπο ζωής στην ύπαιθρο χώρα και με την Απελευθέρωση τον εγκαθιστούσε και στις πόλεις. Έναν τρόπο ζωής στηριγμένο σε άλλες αξίες, αρχές, προτεραιότητες και κριτήρια. Απαντούσε έτσι ότι σε αυτό που φάνταζε ουτοπικό και ανεφάρμοστο μέχρι χτες και κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις (μαζικότητα – αρχές- ανάγκη – χρεοκοπία άρχουσας τάξης) ήταν απόλυτα ρεαλιστικό.
Ας δούμε τι συνέβη στην περιφέρεια Κατερίνης μέσα από τις εκθέσεις του κύριου, βασικού συντελεστή του αντιστασιακού κινήματος, δηλ. του Κ.Κ.Ε, και της Ε.Π.Ο.Ν (νεολαία του Ε.Α.Μ). Στον τομέα της εκπαίδευσης και του πολιτισμού οργάνωσε το δεύτερο εκπαιδευτικό συνέδριο (δασκάλων και καθηγητών) τον 10/1944. Από τον 11/1944 οι οργανώσεις του Ε.Α.Μ και της Ε.Π.Ο.Ν διέθεταν προσωπική εργασία και κινητοποίησαν τους κατοίκους (μιλάμε για παλλαϊκή κινητοποίηση), για το χτίσιμο καινούργιων σχολείων όπου δεν υπήρχαν (12/1944). Πενήντα «Αετόπουλα» στο συνοικισμό της Αγίας Τριάδας καθάρισαν την αυλή του σχολείου. Νέοι κυρίως της Ε.Π.Ο.Ν αναβιώνουν, συνεχίζουν και στήνουν θεατρικά σχήματα που δίνουν παραστάσεις σε συνοικίες και χωριά, διαθέτοντας τις εισπράξεις στην Ε.Τ.Α. Για την κοινωνική πολιτική παραχωρήθηκαν 2.000 στρέμματα σε ακτήμονες, διένειμαν 60.000 οκάδες στάρι, ίδρυσαν κτηνιατρείο και φαρμακείο στον Κολινδρό, ξεκίνησαν γεωργικά μαθήματα σε χωριά, σκέπασαν 55 σπίτια, ίδρυσαν λαϊκό ιατρείο, καθιέρωσαν δωρεάν περίθαλψη εκτελώντας 1.050 ιατρικές συνταγές δωρεάν, οργάνωσαν παιδικά συσσίτια στα οποία συμμετείχαν 1.200 παιδιά, ίδρυσαν 2 παιδικούς σταθμούς και όλα αυτά μέσα σε δυο μήνες (10-11/1944).
Στα Ρυάκια η Ε.Π.Ο.Ν διόρθωσε ένα μύλο (11/44), στο Κολοκούρι καλλιεργήθηκαν 50 στρέμματα για τις οικογένειες ανταρτών. Αποξήραναν και δεματοποίησαν 1.900 οκάδες καπνού της Ε.Τ.Α. Σύνολο νέων στην Πιερία 18.000, οργανωμένοι στην Ε.Π.Ο.Ν 8.935. 800 Επονίτες καθάρισαν το Σταθμό με εξόρμηση (20-11-1944). Ο εθελοντισμός δεν χρησιμοποιήθηκε ως φιλανθρωπία που θα μπάλωνε τις τρύπες ενός ανύπαρκτου στην κοινωνική του πολιτική κράτους άλλα μέσω αυτού οικοδομούνταν ή γίνονταν μια απόπειρα να οικοδομηθεί μια άλλη κοινωνία.
Από την εισήγηση στην ημερίδα του Συνδέσμου Φιλολόγων Πιερίας στις 2-3-2012